Είναι κάποια βράδια, που η νύχτα "αντέχει" όπως θα έλεγε και η Χαρούλα... η Χαρούλα που τόσο σου αρέσει... η Χαρούλα... το μόνο σημείο διαφωνίας μας. Ακόμα δεν μπορώ να βρω την διαφωνία μας. Την ασυμφωνία μας και την αιτία της. Ίσως ούτε κι εσύ... κι αυτό με πληγώνει.
Αυτά λοιπόν τα βράδια θα ήθελα να είμαι δίπλα σου... Να ακουμπήσω τα μωρουδιακό σου δέρμα... σαν άλλοτε... Θυμάσαι? Να νιώσω την ανάσα σου στην επιδερμίδα του αυτιού μου, καθώς τα χείλη σου θα επεξεργάζονται τα ζυγωματικά μου... Να δω τα βλέφαρα σου να κλείνουν όταν τα χείλη μου θ' αγγίζουν τα δικά σου... Να ακουμπήσω αργά όσο ποτέ, έναν - έναν τους σπονδύλους, πάνω στην ανάριγη πλάτη σου... Να μπλέξουν τα δάχτυλά μας πάνω στο μουσκεμένο σεντόνι... Θυμάσαι? Να ακουμπήσει το στήθος μου πάνω στο δικό σου, την στιγμή που δεν θα έχει απομείνει τίποτα πια στον χώρο, παρά μόνο δυο ρηχές ανάσες και δυο φωνές μεταλλικές...
Να μου τραγουδήσεις... να μου διαβάσεις παραμύθι... να με φιλήσεις όπως έκανες πάντα, σαν να ήταν η τελευταία σου φορά... να κοιμηθώ δίπλα σου πιο "γυμνός" από ποτέ... Θυμάσαι? Θυμάσαι...!
Τρίτη 20 Ιουλίου 2010
Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010
Ιχνηλατώντας
Υπάρχουν άνθρωποι στην ζωή του καθενός, που περνούν απαρατήρητοι. Άνθρωποι που είναι δίπλα μας για χρόνια, συμπορεύονται με μας, κι ο δρόμος τους είναι απλά παράλληλος... ποτέ δεν τέμνει τον δικό μας. Άνθρωποι που οδηγούν την άμαξά τους στο πλάι της δικιά μας... κι όμως ποτέ δεν γυρίζουν το κεφάλι να μας δουν. Εμείς, όχι εκδικητικά, όχι από κακία, τους αφήνουμε δίπλα, τόσο κοντά και τόσο μακριά ταυτόχρονα, να μένουν κι αυτοί στην δική μας "νεκρή γωνία".
Άλλοτε πάλι τα χνάρια της δικιάς μας άμαξας, βαδίζουν πάνω σε άλλα... μιας προηγούμενης... Τρέχουμε τότε να την προφτάσουμε... Πότε το καταφέρνουμε, πότε όχι... Κι αν τα χνάρια αυτά κάνουν στροφή... τραβάμε το ένα από τα δυο τα χαλινάρια λιγάκι... κι άλλοτε περισσότερο, για να συμπορευτούμε με τα χνάρια που κάποιος άλλος χάραξε για μας. Το σίγουρο είναι πως ο προορισμός μας είναι διαφορετικός. Κι όμως πάντα η διαδρομή θα είναι πιο όμορφη αν έχουμε, έστω και για μικρό μέρος αυτής, έναν συνταξιδιώτη... Και μετά έναν άλλο... Και μετά έναν ακόμα... Και μετά κάποιον από τους προηγούμενους ξανά... Σίγουρα στο τέρμα μόνοι θα φτάσουμε... όπως ξεκινήσαμε... Το μόνο που θα 'χουμε μαζί... είναι η ανάμνηση της διαδρομής... Όσο πιο πλούσια ανάμνηση... τόσο πιο όμορφος ο τερματισμός... Τερματισμός ξεκούραστος, αυτάρκης... γαλήνιος κι ηδονικός...
Αυτές λοιπόν οι άμαξες, που θα οδηγήσουν δίπλα μας, μαζί μας ή χωριστά από εμάς, κοντά ή μακριά μας, σε δρόμους παράλληλους και κάθετους, άμαξες που θα στρίψουν σε σταυροδρόμια και θα χαθούν στο σύννεφο της σκόνης τους, θα σταματήσουν σε φανάρια που εμείς θα προλάβουμε να τα περάσουμε -έστω και με κόκκινο-, θα τρέξουν για να μας προφτάσουν ή για να απομακρυνθούν από εμάς, θα μας ακολουθήσουν ή θα τις ακολουθήσουμε... άμαξες πιο παλιές ή πιο καινούργιες από την δική μας... πιο γρήγορες ή πιο αργές... δεκτικές στους άλλους συνοδοιπόρους ή όχι... όλες αυτές οι άμαξες... κρύβουν μέσα τους έναν άλλο κόσμο... ενός άλλου αμαξά...
Ο κάθε αμαξάς οδηγεί με τον δικό του τρόπο... Επικίνδυνα ή συνετά... Γρήγορα ή αργά... Προς τα εμπρός ή ακόμα και με την όπισθεν... Ίσως να οδηγήσει τόσο κοντά μας... μια ανάσα... κι αν δεν φοβηθούμε ίσως να μας δώσει το ένα δικό του χαλινάρι... να τ' ανταλλάξει με το ένα το δικό μας... Ίσως και να μας φοβίσει κι εμείς να επιταχύνουμε... Ίσως να φοβηθεί και να στρίψει, συνεχίζοντας τον δικό του μοναδικό δρόμο... Κι ο κάθε αμαξάς θα σημαδέψει το δικό μας κόσμο... αυτόν που στην δική μας την καρότσα κουβαλάμε... με έναν τρόπο δικό του... με την λαμπερή του παρουσία ή την ακόμα πιο λαμπερή απουσία του... Μπορεί οι αμαξάδες να γίνουνε πολλοί... Να μοιραστούν τα γκέμια τους, κι όλοι μαζί να τρέξουν για λιγάκι... μπορεί και περισσότερο... Να τερματίσουνε μαζί ανέφικτο είναι... Ένας προς έναν θα σ' αφήσει τον δρόμο σου να συνεχίσεις μόνος... Όμορφο θα είναι όμως... αν, στην κοινή σας εκείνη διαδρομή, ένα κομματάκι του δικού του παζλ... του δικού του εκείνου κόσμου, σου αφήσει στην δική σου την καρότσα... Κι εσύ το κομματάκι αυτό, πολύχρωμο ή γοητευτικά μονόχρωμο, θα το κουβαλήσεις ως το τέρμα... Θα το κολλήσεις στο δικό σου παζλ, κι αυτό θα έρθει η ώρα που θα ταιριάξει με το κομμάτι κάποιου άλλου... τρίτου αμαξά...
Θα θελα στο τέρμα το δικό μου... να φτάσω εκεί... να ανοίξω την δική μου την καρότσα... να βγάλω το δικό μου το παζλ και πριν να κοιμηθώ επάνω του... να το κοιτάξω με έκπληξη... Μια έκπληξη πολύχρωμη και τόσο γοητευτική, όσο κι η εικόνα που τα κομμάτια φτιάχνουν σε σειρά... Κι η εικόνα αυτή να 'ναι... τι άλλο... μια σύναξη με αμαξάδες...
Άλλοτε πάλι τα χνάρια της δικιάς μας άμαξας, βαδίζουν πάνω σε άλλα... μιας προηγούμενης... Τρέχουμε τότε να την προφτάσουμε... Πότε το καταφέρνουμε, πότε όχι... Κι αν τα χνάρια αυτά κάνουν στροφή... τραβάμε το ένα από τα δυο τα χαλινάρια λιγάκι... κι άλλοτε περισσότερο, για να συμπορευτούμε με τα χνάρια που κάποιος άλλος χάραξε για μας. Το σίγουρο είναι πως ο προορισμός μας είναι διαφορετικός. Κι όμως πάντα η διαδρομή θα είναι πιο όμορφη αν έχουμε, έστω και για μικρό μέρος αυτής, έναν συνταξιδιώτη... Και μετά έναν άλλο... Και μετά έναν ακόμα... Και μετά κάποιον από τους προηγούμενους ξανά... Σίγουρα στο τέρμα μόνοι θα φτάσουμε... όπως ξεκινήσαμε... Το μόνο που θα 'χουμε μαζί... είναι η ανάμνηση της διαδρομής... Όσο πιο πλούσια ανάμνηση... τόσο πιο όμορφος ο τερματισμός... Τερματισμός ξεκούραστος, αυτάρκης... γαλήνιος κι ηδονικός...
Αυτές λοιπόν οι άμαξες, που θα οδηγήσουν δίπλα μας, μαζί μας ή χωριστά από εμάς, κοντά ή μακριά μας, σε δρόμους παράλληλους και κάθετους, άμαξες που θα στρίψουν σε σταυροδρόμια και θα χαθούν στο σύννεφο της σκόνης τους, θα σταματήσουν σε φανάρια που εμείς θα προλάβουμε να τα περάσουμε -έστω και με κόκκινο-, θα τρέξουν για να μας προφτάσουν ή για να απομακρυνθούν από εμάς, θα μας ακολουθήσουν ή θα τις ακολουθήσουμε... άμαξες πιο παλιές ή πιο καινούργιες από την δική μας... πιο γρήγορες ή πιο αργές... δεκτικές στους άλλους συνοδοιπόρους ή όχι... όλες αυτές οι άμαξες... κρύβουν μέσα τους έναν άλλο κόσμο... ενός άλλου αμαξά...
Ο κάθε αμαξάς οδηγεί με τον δικό του τρόπο... Επικίνδυνα ή συνετά... Γρήγορα ή αργά... Προς τα εμπρός ή ακόμα και με την όπισθεν... Ίσως να οδηγήσει τόσο κοντά μας... μια ανάσα... κι αν δεν φοβηθούμε ίσως να μας δώσει το ένα δικό του χαλινάρι... να τ' ανταλλάξει με το ένα το δικό μας... Ίσως και να μας φοβίσει κι εμείς να επιταχύνουμε... Ίσως να φοβηθεί και να στρίψει, συνεχίζοντας τον δικό του μοναδικό δρόμο... Κι ο κάθε αμαξάς θα σημαδέψει το δικό μας κόσμο... αυτόν που στην δική μας την καρότσα κουβαλάμε... με έναν τρόπο δικό του... με την λαμπερή του παρουσία ή την ακόμα πιο λαμπερή απουσία του... Μπορεί οι αμαξάδες να γίνουνε πολλοί... Να μοιραστούν τα γκέμια τους, κι όλοι μαζί να τρέξουν για λιγάκι... μπορεί και περισσότερο... Να τερματίσουνε μαζί ανέφικτο είναι... Ένας προς έναν θα σ' αφήσει τον δρόμο σου να συνεχίσεις μόνος... Όμορφο θα είναι όμως... αν, στην κοινή σας εκείνη διαδρομή, ένα κομματάκι του δικού του παζλ... του δικού του εκείνου κόσμου, σου αφήσει στην δική σου την καρότσα... Κι εσύ το κομματάκι αυτό, πολύχρωμο ή γοητευτικά μονόχρωμο, θα το κουβαλήσεις ως το τέρμα... Θα το κολλήσεις στο δικό σου παζλ, κι αυτό θα έρθει η ώρα που θα ταιριάξει με το κομμάτι κάποιου άλλου... τρίτου αμαξά...
Θα θελα στο τέρμα το δικό μου... να φτάσω εκεί... να ανοίξω την δική μου την καρότσα... να βγάλω το δικό μου το παζλ και πριν να κοιμηθώ επάνω του... να το κοιτάξω με έκπληξη... Μια έκπληξη πολύχρωμη και τόσο γοητευτική, όσο κι η εικόνα που τα κομμάτια φτιάχνουν σε σειρά... Κι η εικόνα αυτή να 'ναι... τι άλλο... μια σύναξη με αμαξάδες...
Τρίτη 15 Ιουνίου 2010
Αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με...
Ένα ατελείωτο παιχνίδι εντυπώσεων... Δημιουργείς εντυπώσεις... Δημιουργώ εντυπώσεις... Εμένα μου εντυπώνονται οι δικές σου... Εσένα οι δικές μου, όχι... Έμενα όμως, τίποτα πια δεν μου κάνει εντύπωση...
Συνήθισα την κυκλοθυμία σου. Την συνήθισα υιοθετώντας την. Την ερωτεύτηκα αυτή την κυκλοθυμία. Την μίσησα... και μετά την αγάπησα. Ξέρω οτι ξέρεις. Ξέρω οτι ξέρεις ν' αγαπάς. Ξέρεις να είσαι δίπλα. Ξέρεις να είσαι λίγο πιο κει... Ξέρεις να είσαι μακριά... Κι αυτό είναι η αγάπη σου... Αυτό που κάθε φορά κάνεις με τον τόσο γλυκόπικρο και έντεχνο τρόπο σου. Αυτό που μου δίνεις για να ζω... αυτό που μου δίνεις για να ζεις κι εσύ δίπλα μου... Μπορεί μακριά μου... αλλά δίπλα μου.
Μου πες: "Πες μου οτι με λατρεύεις"... σου απάντησα "Σ' αγαπώ"... Έγνεψες καταφατικά κι ακούμπησες τον αυχένα σου στα πόδια μου... Κοίταξες για λίγο στο κενό... όσο εγώ κοίταζα τα ιδρωμένο μέτωπό σου... Φάνταζε αδιανόητο οτι ήταν πάνω στα πόδια μου μετά από τόσο καιρό. Κι ήταν ακουμπισμένο με τον ίδιο αλλοτινό εκείνο τρόπο. Κι οι αλμυρές σταγόνες που είχαν ξεχυθεί πάνω του, ακουμπούσαν το μωρουδιακό σου δέρμα σαν για να ξεκουραστούν εκεί... και δεν έλεγαν να κυλήσουν με κανέναν τρόπο... λες κι ερωτευμένες ήταν με την εξωτερική σου στιβάδα, κι είχαν γραπωθεί εκεί για να μου δώσουν αργότερα την χαρά να τις σκουπίσω με το χέρι μου... κι έτσι να σ' αγγίξω με τον ίδιο εκείνο τρόπο... για άλλη μια φορά.
Κι έσπασες την σιωπή... τότε που πυροδότησε πια την ανασφάλειά σου... τότε που για άλλη μια φορά μπήκες στο μυαλό μου και την σκέψη μου διάβασες... και βίαια έπρεπε να την λήξεις για να μην τσακίσει την ανασφάλεια αυτή. Για τον καιρό μου μίλησες και για την ζέστη που μας τύλιγε και τους δυο... σε κείνο το δωμάτιο που άλλοτε το τύλιγε η ζέστη η δική μας. Αμήχανα γύρισες στο πλάι τον κορμό σου... ακολούθησαν τα πόδια... και τελευταίο το κεφάλι σου... λες κι ήθελαν τα μάτια σου, μια στιγμή ακόμα να διαξιφιστούν με τα δικά μου... Κι ακούμπησες το άσπρο σου μάγουλο πάνω στην υγρή σου παλάμη, κι αυτή πάνω στο αριστερό μου πόδι... Κι αυτό μαζί με το δεξί είχαν τελείως παραλύσει... Ακίνητα ήταν για ώρα... Μην τα κουνήσω και με νιώσεις άβολα... Μην με νιώσεις άβολα και χάσω την αίσθηση αυτή που επέστρεφε μήνες μετά... Απρόσκλητη πια... Λυτρωτική πάντα.
Μείναμε έτσι για ώρες. Μιλούσες και κοίταζες το κενό. Κλεφτές ματιές μου έριχνες... να επιβεβαιώνεις πώς παρατηρώ εκστατικά το καλοσχηματισμένο σώμα σου, ν' ακουμπά το δικό μου το σαρκίο... Και ψυχανεμιζόσουν πως τόσο καιρό το σέρνω πάνω σε τούτο τον κόσμο, με μοναδική προσμονή μια τέτοια στιγμή... μια τέτοια επαφή... μία σου κλεφτή ματιά... με τα δυο σου καφετιά βότσαλα, που λάμπουν στο ημίφως... σαν τα φωτάκια στο βάθος του ορίζοντα... μιας παραλίας... ένα βράδυ... που δεν προλάβαμε να ζήσουμε.
Ήξερες οτι δεν θα σταματούσα μια τέτοιαν αίσθηση... Κι ήξερες οτι εσύ θα πρέπει να το κάνεις... Κακόκεφος και βουβός ανασηκώθηκες... σαν να μην ήθελες... και κάθισες εκεί αμίλητος στην άλλη μεριά του καναπέ... Έμεινες άλαλος κι ακίνητος για ώρα... Τώρα εσύ με κοίταζες κι εγώ συνδιαλεγόμουν με το κενό. Κι είχες φυλακίσει και τους δυο μας στην σιωπή. Εκεί λοιπόν, μες το κελί μας, μας άφησες για ώρα... Εκεί που λιώναμε μαζί για να σωφρονιστούμε... εγώ από τις σκέψεις μου, εσύ από τις ανασφάλειές σου. Μου χαμογέλασες... με άγγιξες με τ' ακροδάχτυλα... Σηκώθηκα, περπάτησα αργά, πήρα τα τσιγάρα μου, εκείνα που σου μοιάζουν, ακούμπησα τρυφερά την κοιλιά σου... κατέβηκα τις σκάλες σου για ακόμα μια φορά...
Συνήθισα την κυκλοθυμία σου. Την συνήθισα υιοθετώντας την. Την ερωτεύτηκα αυτή την κυκλοθυμία. Την μίσησα... και μετά την αγάπησα. Ξέρω οτι ξέρεις. Ξέρω οτι ξέρεις ν' αγαπάς. Ξέρεις να είσαι δίπλα. Ξέρεις να είσαι λίγο πιο κει... Ξέρεις να είσαι μακριά... Κι αυτό είναι η αγάπη σου... Αυτό που κάθε φορά κάνεις με τον τόσο γλυκόπικρο και έντεχνο τρόπο σου. Αυτό που μου δίνεις για να ζω... αυτό που μου δίνεις για να ζεις κι εσύ δίπλα μου... Μπορεί μακριά μου... αλλά δίπλα μου.
Μου πες: "Πες μου οτι με λατρεύεις"... σου απάντησα "Σ' αγαπώ"... Έγνεψες καταφατικά κι ακούμπησες τον αυχένα σου στα πόδια μου... Κοίταξες για λίγο στο κενό... όσο εγώ κοίταζα τα ιδρωμένο μέτωπό σου... Φάνταζε αδιανόητο οτι ήταν πάνω στα πόδια μου μετά από τόσο καιρό. Κι ήταν ακουμπισμένο με τον ίδιο αλλοτινό εκείνο τρόπο. Κι οι αλμυρές σταγόνες που είχαν ξεχυθεί πάνω του, ακουμπούσαν το μωρουδιακό σου δέρμα σαν για να ξεκουραστούν εκεί... και δεν έλεγαν να κυλήσουν με κανέναν τρόπο... λες κι ερωτευμένες ήταν με την εξωτερική σου στιβάδα, κι είχαν γραπωθεί εκεί για να μου δώσουν αργότερα την χαρά να τις σκουπίσω με το χέρι μου... κι έτσι να σ' αγγίξω με τον ίδιο εκείνο τρόπο... για άλλη μια φορά.
Κι έσπασες την σιωπή... τότε που πυροδότησε πια την ανασφάλειά σου... τότε που για άλλη μια φορά μπήκες στο μυαλό μου και την σκέψη μου διάβασες... και βίαια έπρεπε να την λήξεις για να μην τσακίσει την ανασφάλεια αυτή. Για τον καιρό μου μίλησες και για την ζέστη που μας τύλιγε και τους δυο... σε κείνο το δωμάτιο που άλλοτε το τύλιγε η ζέστη η δική μας. Αμήχανα γύρισες στο πλάι τον κορμό σου... ακολούθησαν τα πόδια... και τελευταίο το κεφάλι σου... λες κι ήθελαν τα μάτια σου, μια στιγμή ακόμα να διαξιφιστούν με τα δικά μου... Κι ακούμπησες το άσπρο σου μάγουλο πάνω στην υγρή σου παλάμη, κι αυτή πάνω στο αριστερό μου πόδι... Κι αυτό μαζί με το δεξί είχαν τελείως παραλύσει... Ακίνητα ήταν για ώρα... Μην τα κουνήσω και με νιώσεις άβολα... Μην με νιώσεις άβολα και χάσω την αίσθηση αυτή που επέστρεφε μήνες μετά... Απρόσκλητη πια... Λυτρωτική πάντα.
Μείναμε έτσι για ώρες. Μιλούσες και κοίταζες το κενό. Κλεφτές ματιές μου έριχνες... να επιβεβαιώνεις πώς παρατηρώ εκστατικά το καλοσχηματισμένο σώμα σου, ν' ακουμπά το δικό μου το σαρκίο... Και ψυχανεμιζόσουν πως τόσο καιρό το σέρνω πάνω σε τούτο τον κόσμο, με μοναδική προσμονή μια τέτοια στιγμή... μια τέτοια επαφή... μία σου κλεφτή ματιά... με τα δυο σου καφετιά βότσαλα, που λάμπουν στο ημίφως... σαν τα φωτάκια στο βάθος του ορίζοντα... μιας παραλίας... ένα βράδυ... που δεν προλάβαμε να ζήσουμε.
Ήξερες οτι δεν θα σταματούσα μια τέτοιαν αίσθηση... Κι ήξερες οτι εσύ θα πρέπει να το κάνεις... Κακόκεφος και βουβός ανασηκώθηκες... σαν να μην ήθελες... και κάθισες εκεί αμίλητος στην άλλη μεριά του καναπέ... Έμεινες άλαλος κι ακίνητος για ώρα... Τώρα εσύ με κοίταζες κι εγώ συνδιαλεγόμουν με το κενό. Κι είχες φυλακίσει και τους δυο μας στην σιωπή. Εκεί λοιπόν, μες το κελί μας, μας άφησες για ώρα... Εκεί που λιώναμε μαζί για να σωφρονιστούμε... εγώ από τις σκέψεις μου, εσύ από τις ανασφάλειές σου. Μου χαμογέλασες... με άγγιξες με τ' ακροδάχτυλα... Σηκώθηκα, περπάτησα αργά, πήρα τα τσιγάρα μου, εκείνα που σου μοιάζουν, ακούμπησα τρυφερά την κοιλιά σου... κατέβηκα τις σκάλες σου για ακόμα μια φορά...
Παρασκευή 30 Απριλίου 2010
Now I know...
Πάντα αναρωτιόμουν από ποιο σημείο των ματιών μας κυλούν τα δάκρυα... Το είχα ρωτήσει πολλές φορές... Από την εσωτερική ή την εξωτερική κόγχη των ματιών μας? Κάποιος μου είχε πει, οτι για τον κάθε άνθρωπο είναι διαφορετικό. Στις ταινίες έχω δει και τις δύο εκδοχές. Πριν λίγες μέρες έμαθα από ποια κόγχη τρέχουν τα δικά μου δάκρυα... Κι ένιωσα ευλογημένος που ξέρω. Κάποιοι δεν θα μάθουν ποτέ. Δεν θα αναρωτηθούν ποτέ. Εγώ ξέρω... και σ' ευχαριστώ...
Κυριακή 11 Απριλίου 2010
Συνταγή μπελαλίδικη, αλλά χορταστική
Νομοτέλεια... Κάποια στιγμή φτάνει η ώρα που όλα τελειώνουν. Εκείνη η ώρα που κάτι μαραίνεται και κάτι άλλο ανθίζει. Η ώρα του Χειμώνα... κι ας είναι καλοκαίρι. Μια στιγμή αρκεί. Μια κουβέντα, μια συλλαβή ίσως. Ίσως ούτε συλλαβή. Μόνο η ανάσα πριν την εκτόξευση μιας λέξης και η σύγχρονη δράση του σώματος κατά την διάρκεια της ανάσας αυτής, αρκούν για να γράψουν το "the end". Αρκούν για να δώσουν τις απαντήσεις που χρειάζεσαι. Τις απαντήσεις που αρνείσαι να ακούσεις τόσο καιρό. Είναι σαν τις ταινίες που μας αφήνουν ανικανοποίητους. Εκείνες, που βλέποντάς τες, ο χρόνος περνά και δεν το καταλαβαίνεις. Και φτάνουν στο τέλος εκεί που δεν το περιμένεις. Και ακόμα χειρότερα, το τέλος είναι ελλιπώς ικανοποιητικό. Ελλιπέστατα. Ίσως και καθόλου.
Αυτά τα movie nights, που σε αφήνουν ανικανοποίητο με το "the end" τους, με το τέλος της δικής τους ταινίας, σου ανοίγουν την όρεξη. Και εκεί, στο βάθος την νυκτός αποφασίζεις να φας. Εννοείται ότι όλα τα delivery είναι κλειστά εδώ και ώρες. Τι θα κάνεις? Θα μαγειρέψεις! Πας λοιπόν στην κουζίνα και ανοίγεις το συνταγολόγιο στην γνωστή σελίδα. Μπελαλίδικη συνταγή όπως θα έλεγε κι η γιαγιά μου, αλλά αγαπημένη. Φτηνή και σίγουρη... χορταστική!
Ένα κουταλάκι του γλυκού ανακούφιση
Μια κουταλιά της σούπας θυμός
Ένα φλυτζάνι του τσαγιού πικρία
1/2 λίτρο αγάπη
Μια πρέζα ανεκπλήρωτο
Ένα λίτρο έρωτα
Μια κουταλιά της σούπας αναπάντεχο
Βάζουμε σε ένα μπολ τον έρωτα, τον θυμό και την πικρία. Ανακατεύουμε καλά μέχρι να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Προσθέτουμε την αγάπη και ανακατεύουμε μέχρι να λιώσει καλά. Προσοχή να μην κάνει γορμπαλάκια. Αφήνουμε το μείγμα να "ξεκουραστεί" στο ψυγείο για μήνες. Στη συνέχεια, σε ένα άλλο μπολ ανακατεύουμε το αναπάντεχο, το ανεκπλήρωτο και τέλος προσθέτουμε την ανακούφιση. Αδειάζουμε το δεύτερο μείγμα μέσα στο μπολ με το πρώτο και ανακατεύουμε μέχρι να αποκτήσουν την υφή που επιθυμούμε. Εμείς ή οι καλεσμένοι μας. Έπειτα τοποθετούμε το μείγμα σε μια φόρμα και το βάζουμε στον φούρνο που έχουμε προθερμάνει στους 670 βαθμούς. Το αφήνουμε μέχρι να πάρει το γνωστό βαθύμαυρο χρώμα του. Σερβίρεται καλύτερα ζεστό με τη συνοδεία λευκού κρασιού.
Αυτά τα movie nights, που σε αφήνουν ανικανοποίητο με το "the end" τους, με το τέλος της δικής τους ταινίας, σου ανοίγουν την όρεξη. Και εκεί, στο βάθος την νυκτός αποφασίζεις να φας. Εννοείται ότι όλα τα delivery είναι κλειστά εδώ και ώρες. Τι θα κάνεις? Θα μαγειρέψεις! Πας λοιπόν στην κουζίνα και ανοίγεις το συνταγολόγιο στην γνωστή σελίδα. Μπελαλίδικη συνταγή όπως θα έλεγε κι η γιαγιά μου, αλλά αγαπημένη. Φτηνή και σίγουρη... χορταστική!
Ένα κουταλάκι του γλυκού ανακούφιση
Μια κουταλιά της σούπας θυμός
Ένα φλυτζάνι του τσαγιού πικρία
1/2 λίτρο αγάπη
Μια πρέζα ανεκπλήρωτο
Ένα λίτρο έρωτα
Μια κουταλιά της σούπας αναπάντεχο
Βάζουμε σε ένα μπολ τον έρωτα, τον θυμό και την πικρία. Ανακατεύουμε καλά μέχρι να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Προσθέτουμε την αγάπη και ανακατεύουμε μέχρι να λιώσει καλά. Προσοχή να μην κάνει γορμπαλάκια. Αφήνουμε το μείγμα να "ξεκουραστεί" στο ψυγείο για μήνες. Στη συνέχεια, σε ένα άλλο μπολ ανακατεύουμε το αναπάντεχο, το ανεκπλήρωτο και τέλος προσθέτουμε την ανακούφιση. Αδειάζουμε το δεύτερο μείγμα μέσα στο μπολ με το πρώτο και ανακατεύουμε μέχρι να αποκτήσουν την υφή που επιθυμούμε. Εμείς ή οι καλεσμένοι μας. Έπειτα τοποθετούμε το μείγμα σε μια φόρμα και το βάζουμε στον φούρνο που έχουμε προθερμάνει στους 670 βαθμούς. Το αφήνουμε μέχρι να πάρει το γνωστό βαθύμαυρο χρώμα του. Σερβίρεται καλύτερα ζεστό με τη συνοδεία λευκού κρασιού.
Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010
Χαρτόκουτες
8 Σεπτεμβρίου 2009... 25 Μαρτίου 2010... Γενέθλια, γιορτές... νύχτες, μέρες, βράδια, απογεύματα, ξημερώματα... ποτά, τσιγάρα, καφέδες... κουβέντες, γέλια, σιωπές... κουτάκια.
Κάποτε τα λάτρευες τα κουτάκια μου, Κάποτε τα μισούσες... Πότε, πότε τα λατρεύεις ακόμα... Ποτέ πια δεν τα μισείς... Γιατί κουτάκια δεν υπάρχουν πια. Ίσως είναι ένα από τα λιγοστά που σου διαφεύγουν... Τα άνοιξες όλα τα κουτάκια μου... Φύσηξες και τα σκόρπισες... περιεχόμενο και περιτύλιγμα...
Τώρα στέκουν άδειες χαρτόκουτες. Περιμένουν εκεί σκισμένες κι άδειες, να τις μαζέψει κάποιος. Να τις μπαλώσει με διπλή και τριπλή ταινία μονωτική και να τις ξαναβάλει στη σειρά. Έπειτα να τις γεμίσει πάλι. Μικρότερες και μεγαλύτερες χαρτόκουτες να ξανακλείσουν μόλις γεμίσει η καθεμιά τους. Κι έπειτα να ξαναφτιάξω την γελοία τους εικόνα, όπως ήταν κάποτε... Να κλειδώσω τις χαρτόκουτες μου με λουκέτα. Μέχρι να έρθεις πάλι εσύ και να το δεις. Να πεις... "Πόσο γελοίο... λουκέτα σε χαρτόκουτες... Μπορώ απλά να τις σκίσω"
Τ' αγκάθια πιο πολλά από τα πέταλα. Οι ρωγμές πιο πολλές από τα λουκέτα. Η δύναμή σου πιο δυνατή από τις δικές μου τις χαρτόκουτες.
Τραγική ειρωνεία: Δεν θέλω να μαζέψω τις σκισμένες κούτες μου... τα σκισμένα κουτάκια μου... Αρνούμε να τα μπαλώσω... Αρνούμαι πεισματικά και να γυρίσω τα δω. Περιμένω το απορριμματοφόρο να περάσει. Να τα μαζέψει και να τα κάνει παρελθόν. Να το δω να απομακρύνεται και να τα λιώνει στην καρότσα του. Να τα κάνει κομμάτια μαζί με τα άλλα σκουπίδια... Κι ο ήχος της μηχανής του να σβήσει μαζί με την εικόνα του, στην επόμενη στροφή.
Μου 'δειξες έναν άλλο δρόμο... Έναν τρόπο σκέψης άλλο. Ξέρω πω θα μου φέρει δυσκολίες ο τρόπος σου. Αλλά τον τρόπο αυτό δεν τον αλλάζω... Όσο αλλάζω σου μοιάζω... Ο κόσμος από οπτική γωνία άλλη... Μια οπτική δική σου... Μια οπτική και δική μου πλέον. Ό,τι κι αν είναι αυτό, μέχρι τέλους θα το ζω.
Θα περιμένω την βαριά κουρτίνα της αυλαίας να κλείσει. Μπορεί κλείνοντας να πέσει. Να μην αντέξει. Η παράσταση απ' την αρχή ν' αρχίσει. Μπορεί να κλείσει και τα φώτα της σκηνής να κρύψει.
Ξανά Θα γράψω, θα σβήσω, θα σκίσω... αλήθειες, ψέματα, γνώμες, γεγονότα, σημάδια, γκριμάτσες, κινήσεις, τραγούδια, στίχους, νότες... Θα ρουφήξω, θα φυσήξω... θα πιω, θα ξεδιψάσω, θα πνιγώ...
Έτσι λοιπόν, θα μετρήσω την αντίστροφη, μέχρι το "ν" του μηδενός. Δεν με νοιάζει κι αν πονέσω. Αν με νοιάξει, θα χάσω το συναίσθημα του πόνου. Θα χάσω εσένα. Θα χάσω... θα ξεχάσω... Η λήθη... Κι εμένα η λήθη με τρομάζει...
Κάποτε τα λάτρευες τα κουτάκια μου, Κάποτε τα μισούσες... Πότε, πότε τα λατρεύεις ακόμα... Ποτέ πια δεν τα μισείς... Γιατί κουτάκια δεν υπάρχουν πια. Ίσως είναι ένα από τα λιγοστά που σου διαφεύγουν... Τα άνοιξες όλα τα κουτάκια μου... Φύσηξες και τα σκόρπισες... περιεχόμενο και περιτύλιγμα...
Τώρα στέκουν άδειες χαρτόκουτες. Περιμένουν εκεί σκισμένες κι άδειες, να τις μαζέψει κάποιος. Να τις μπαλώσει με διπλή και τριπλή ταινία μονωτική και να τις ξαναβάλει στη σειρά. Έπειτα να τις γεμίσει πάλι. Μικρότερες και μεγαλύτερες χαρτόκουτες να ξανακλείσουν μόλις γεμίσει η καθεμιά τους. Κι έπειτα να ξαναφτιάξω την γελοία τους εικόνα, όπως ήταν κάποτε... Να κλειδώσω τις χαρτόκουτες μου με λουκέτα. Μέχρι να έρθεις πάλι εσύ και να το δεις. Να πεις... "Πόσο γελοίο... λουκέτα σε χαρτόκουτες... Μπορώ απλά να τις σκίσω"
Τ' αγκάθια πιο πολλά από τα πέταλα. Οι ρωγμές πιο πολλές από τα λουκέτα. Η δύναμή σου πιο δυνατή από τις δικές μου τις χαρτόκουτες.
Τραγική ειρωνεία: Δεν θέλω να μαζέψω τις σκισμένες κούτες μου... τα σκισμένα κουτάκια μου... Αρνούμε να τα μπαλώσω... Αρνούμαι πεισματικά και να γυρίσω τα δω. Περιμένω το απορριμματοφόρο να περάσει. Να τα μαζέψει και να τα κάνει παρελθόν. Να το δω να απομακρύνεται και να τα λιώνει στην καρότσα του. Να τα κάνει κομμάτια μαζί με τα άλλα σκουπίδια... Κι ο ήχος της μηχανής του να σβήσει μαζί με την εικόνα του, στην επόμενη στροφή.
Μου 'δειξες έναν άλλο δρόμο... Έναν τρόπο σκέψης άλλο. Ξέρω πω θα μου φέρει δυσκολίες ο τρόπος σου. Αλλά τον τρόπο αυτό δεν τον αλλάζω... Όσο αλλάζω σου μοιάζω... Ο κόσμος από οπτική γωνία άλλη... Μια οπτική δική σου... Μια οπτική και δική μου πλέον. Ό,τι κι αν είναι αυτό, μέχρι τέλους θα το ζω.
Θα περιμένω την βαριά κουρτίνα της αυλαίας να κλείσει. Μπορεί κλείνοντας να πέσει. Να μην αντέξει. Η παράσταση απ' την αρχή ν' αρχίσει. Μπορεί να κλείσει και τα φώτα της σκηνής να κρύψει.
Ξανά Θα γράψω, θα σβήσω, θα σκίσω... αλήθειες, ψέματα, γνώμες, γεγονότα, σημάδια, γκριμάτσες, κινήσεις, τραγούδια, στίχους, νότες... Θα ρουφήξω, θα φυσήξω... θα πιω, θα ξεδιψάσω, θα πνιγώ...
Έτσι λοιπόν, θα μετρήσω την αντίστροφη, μέχρι το "ν" του μηδενός. Δεν με νοιάζει κι αν πονέσω. Αν με νοιάξει, θα χάσω το συναίσθημα του πόνου. Θα χάσω εσένα. Θα χάσω... θα ξεχάσω... Η λήθη... Κι εμένα η λήθη με τρομάζει...
Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010
Γλυπτική...
Χθες έμεινα ξύπνιος ως αργά. Παρέα με έναν φίλο αρκετά μεγαλύτερό μου. Άνθρωπος καθαρός. Αναλλοίωτος στο πέρασμα του χρόνου. Έχει επιλέξει πολλά χρόνια τώρα, να ζει για το αύριο... ούτε καν για το μεθαύριο. Τον θαυμάζω τον Γ. Ακόμα και μέσα στο μεθύσι του, αυτό που έχει να πει, σε φέρνει στα όρια της ανατριχίλας. Εκείνος έχει κάνει συνειδητά πια τις επιλογές του. Ζει για το τώρα, και το μόνο που μπορεί να τον επηρεάσει είναι οτιδήποτε μπορεί να του προσφέρει συναισθήματα. Καλά, κακά... κάθε είδους. Μόνο το συναίσθημα έχει αφήσει να κυβερνάει την ζωή του... Κάποιοι θα τον έλεγαν, γι' αυτό τον λόγο, ακυβέρνητο... εγώ τον λέω ευτυχισμένο!
Που το πήγαμε, που το φέραμε, καταλήξαμε να μιλάμε πάλι για το μεγάλο Ε που κυβερνάει τις ζωές όλων μας. Αυτό το φτερωτό Ε με τους δύο βοηθούς του. Τον Ίμερο και τον Πόθο. Συνοδοί και δορυφόροι μας. Κινητήριες δυνάμεις στην κάθε μας πράξη. Πόσες φορές αλλάξαμε αποφάσεις ζωής, για το μεγάλο αυτό Ε? Πόσες φορές ακολουθήσαμε άλλους δρόμους, από αυτούς που είχαμε χαράξει με τόσο κόπο? Πόσες φορές αλλάξαμε το ναι σε όχι και τούμπαλιν? Το μπορεί σε σίγουρα, το άσπρο σε μαύρο. Το πάνω σε κάτω. Πόσες φορές μετανιώσαμε για τις αλλαγές αυτές? Δεν ξέρω να απαντήσω πόσες αληθινά μετανιώσαμε... Εγώ δεν θέλω να μετανιώσω για τις αλλαγές αυτές. Ο Γ. δεν μετάνιωσε ποτέ. Έμαθε να μην μετανοεί. Να χαίρεται ακόμα και τις λάθος επιλογές του. Να ζει μέσα στο λάθος του και να 'ναι περήφανος γι' αυτό.
Κι από πίσω μουσική να παίζει. Μουσική παντού... Μουσική που ακούγαμε μαζί... ακόμα κι αν ήμασταν χώρια. Ξέρεις οτι παντού και πάντα ακούω μουσική. Μόνο μαζί σου δεν ακούω. Προτιμώ να ακούω εσένα. Έχει η φωνή σου μια μουσικότητα... ούτως ή άλλως... Αντηχεί στ' αφτιά μου για ώρες μετά που μένω μόνος. Κάθε σου φράση, κάθε υψίσυχνο σύμφωνο που θα ξεφύγει περήφανο ανάμεσα από τα δυο σου, ωχρά χείλη. Και μετά όλα κατασταλάζουν σαν ίζημα στον πάτο ενός μπουκαλιού. Και φτιάχνουν σιγά - σιγά την δική τους λάσπη. Κι αυτήν την λάσπη παίρνω κάθε φορά που είμαι μακριά σου, για να πλάσω την εικόνα σου. Και την πλάθω με τα δυο μου χέρια γυμνά. Για να μπορώ να νιώσω την ζεστασιά της λάσπης σου. Να μουλιάσω τα χέρια μου μ' αυτήν. Και κάθε φορά πλάθω την μορφή σου με μεγαλύτερη δυσκολία. Μου παίρνει χρόνο περισσότερο. Η λάσπη είναι πιο υγρή και η μορφή καταλήγει θλιμμένη... αλλοτινή... κακέκτυπο δικό σου. Αλλά με έμαθες εσύ να δουλεύω καλά και με τα ρευστά. Να κάνω υπομονή. Να πλάθω εικόνες που ποτέ δεν έχω δει. Μα τώρα... δεν είσαι δίπλα μου για να βοηθήσεις.
Τώρα περιμένεις να σε "γεννήσω" μέσα από την Λάσπη.
Που το πήγαμε, που το φέραμε, καταλήξαμε να μιλάμε πάλι για το μεγάλο Ε που κυβερνάει τις ζωές όλων μας. Αυτό το φτερωτό Ε με τους δύο βοηθούς του. Τον Ίμερο και τον Πόθο. Συνοδοί και δορυφόροι μας. Κινητήριες δυνάμεις στην κάθε μας πράξη. Πόσες φορές αλλάξαμε αποφάσεις ζωής, για το μεγάλο αυτό Ε? Πόσες φορές ακολουθήσαμε άλλους δρόμους, από αυτούς που είχαμε χαράξει με τόσο κόπο? Πόσες φορές αλλάξαμε το ναι σε όχι και τούμπαλιν? Το μπορεί σε σίγουρα, το άσπρο σε μαύρο. Το πάνω σε κάτω. Πόσες φορές μετανιώσαμε για τις αλλαγές αυτές? Δεν ξέρω να απαντήσω πόσες αληθινά μετανιώσαμε... Εγώ δεν θέλω να μετανιώσω για τις αλλαγές αυτές. Ο Γ. δεν μετάνιωσε ποτέ. Έμαθε να μην μετανοεί. Να χαίρεται ακόμα και τις λάθος επιλογές του. Να ζει μέσα στο λάθος του και να 'ναι περήφανος γι' αυτό.
Κι από πίσω μουσική να παίζει. Μουσική παντού... Μουσική που ακούγαμε μαζί... ακόμα κι αν ήμασταν χώρια. Ξέρεις οτι παντού και πάντα ακούω μουσική. Μόνο μαζί σου δεν ακούω. Προτιμώ να ακούω εσένα. Έχει η φωνή σου μια μουσικότητα... ούτως ή άλλως... Αντηχεί στ' αφτιά μου για ώρες μετά που μένω μόνος. Κάθε σου φράση, κάθε υψίσυχνο σύμφωνο που θα ξεφύγει περήφανο ανάμεσα από τα δυο σου, ωχρά χείλη. Και μετά όλα κατασταλάζουν σαν ίζημα στον πάτο ενός μπουκαλιού. Και φτιάχνουν σιγά - σιγά την δική τους λάσπη. Κι αυτήν την λάσπη παίρνω κάθε φορά που είμαι μακριά σου, για να πλάσω την εικόνα σου. Και την πλάθω με τα δυο μου χέρια γυμνά. Για να μπορώ να νιώσω την ζεστασιά της λάσπης σου. Να μουλιάσω τα χέρια μου μ' αυτήν. Και κάθε φορά πλάθω την μορφή σου με μεγαλύτερη δυσκολία. Μου παίρνει χρόνο περισσότερο. Η λάσπη είναι πιο υγρή και η μορφή καταλήγει θλιμμένη... αλλοτινή... κακέκτυπο δικό σου. Αλλά με έμαθες εσύ να δουλεύω καλά και με τα ρευστά. Να κάνω υπομονή. Να πλάθω εικόνες που ποτέ δεν έχω δει. Μα τώρα... δεν είσαι δίπλα μου για να βοηθήσεις.
Τώρα περιμένεις να σε "γεννήσω" μέσα από την Λάσπη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)