Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Ιχνηλατώντας

Υπάρχουν άνθρωποι στην ζωή του καθενός, που περνούν απαρατήρητοι. Άνθρωποι που είναι δίπλα μας για χρόνια, συμπορεύονται με μας, κι ο δρόμος τους είναι απλά παράλληλος... ποτέ δεν τέμνει τον δικό μας. Άνθρωποι που οδηγούν την άμαξά τους στο πλάι της δικιά μας... κι όμως ποτέ δεν γυρίζουν το κεφάλι να μας δουν. Εμείς, όχι εκδικητικά, όχι από κακία, τους αφήνουμε δίπλα, τόσο κοντά και τόσο μακριά ταυτόχρονα, να μένουν κι αυτοί στην δική μας "νεκρή γωνία".

Άλλοτε πάλι τα χνάρια της δικιάς μας άμαξας, βαδίζουν πάνω σε άλλα... μιας προηγούμενης... Τρέχουμε τότε να την προφτάσουμε... Πότε το καταφέρνουμε, πότε όχι... Κι αν τα χνάρια αυτά κάνουν στροφή... τραβάμε το ένα από τα δυο τα χαλινάρια λιγάκι... κι άλλοτε περισσότερο, για να συμπορευτούμε με τα χνάρια που κάποιος άλλος χάραξε για μας. Το σίγουρο είναι πως ο προορισμός μας είναι διαφορετικός. Κι όμως πάντα η διαδρομή θα είναι πιο όμορφη αν έχουμε, έστω και για μικρό μέρος αυτής, έναν συνταξιδιώτη... Και μετά έναν άλλο... Και μετά έναν ακόμα... Και μετά κάποιον από τους προηγούμενους ξανά... Σίγουρα στο τέρμα μόνοι θα φτάσουμε... όπως ξεκινήσαμε... Το μόνο που θα 'χουμε μαζί... είναι η ανάμνηση της διαδρομής... Όσο πιο πλούσια ανάμνηση... τόσο πιο όμορφος ο τερματισμός... Τερματισμός ξεκούραστος, αυτάρκης... γαλήνιος κι ηδονικός...

Αυτές λοιπόν οι άμαξες, που θα οδηγήσουν δίπλα μας, μαζί μας ή χωριστά από εμάς, κοντά ή μακριά μας, σε δρόμους παράλληλους και κάθετους, άμαξες που θα στρίψουν σε σταυροδρόμια και θα χαθούν στο σύννεφο της σκόνης τους, θα σταματήσουν σε φανάρια που εμείς θα προλάβουμε να τα περάσουμε -έστω και με κόκκινο-, θα τρέξουν για να μας προφτάσουν ή για να απομακρυνθούν από εμάς, θα μας ακολουθήσουν ή θα τις ακολουθήσουμε... άμαξες πιο παλιές ή πιο καινούργιες από την δική μας... πιο γρήγορες ή πιο αργές... δεκτικές στους άλλους συνοδοιπόρους ή όχι... όλες αυτές οι άμαξες... κρύβουν μέσα τους έναν άλλο κόσμο... ενός άλλου αμαξά...

Ο κάθε αμαξάς οδηγεί με τον δικό του τρόπο... Επικίνδυνα ή συνετά... Γρήγορα ή αργά... Προς τα εμπρός ή ακόμα και με την όπισθεν... Ίσως να οδηγήσει τόσο κοντά μας... μια ανάσα... κι αν δεν φοβηθούμε ίσως να μας δώσει το ένα δικό του χαλινάρι... να τ' ανταλλάξει με το ένα το δικό μας... Ίσως και να μας φοβίσει κι εμείς να επιταχύνουμε... Ίσως να φοβηθεί και να στρίψει, συνεχίζοντας τον δικό του μοναδικό δρόμο... Κι ο κάθε αμαξάς θα σημαδέψει το δικό μας κόσμο... αυτόν που στην δική μας την καρότσα κουβαλάμε... με έναν τρόπο δικό του... με την λαμπερή του παρουσία ή την ακόμα πιο λαμπερή απουσία του... Μπορεί οι αμαξάδες να γίνουνε πολλοί... Να μοιραστούν τα γκέμια τους, κι όλοι μαζί να τρέξουν για λιγάκι... μπορεί και περισσότερο... Να τερματίσουνε μαζί ανέφικτο είναι... Ένας προς έναν θα σ' αφήσει τον δρόμο σου να συνεχίσεις μόνος... Όμορφο θα είναι όμως... αν, στην κοινή σας εκείνη διαδρομή, ένα κομματάκι του δικού του παζλ... του δικού του εκείνου κόσμου, σου αφήσει στην δική σου την καρότσα... Κι εσύ το κομματάκι αυτό, πολύχρωμο ή γοητευτικά μονόχρωμο, θα το κουβαλήσεις ως το τέρμα... Θα το κολλήσεις στο δικό σου παζλ, κι αυτό θα έρθει η ώρα που θα ταιριάξει με το κομμάτι κάποιου άλλου... τρίτου αμαξά...

Θα θελα στο τέρμα το δικό μου... να φτάσω εκεί... να ανοίξω την δική μου την καρότσα... να βγάλω το δικό μου το παζλ και πριν να κοιμηθώ επάνω του... να το κοιτάξω με έκπληξη... Μια έκπληξη πολύχρωμη και τόσο γοητευτική, όσο κι η εικόνα που τα κομμάτια φτιάχνουν σε σειρά... Κι η εικόνα αυτή να 'ναι... τι άλλο... μια σύναξη με αμαξάδες...

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με...

Ένα ατελείωτο παιχνίδι εντυπώσεων... Δημιουργείς εντυπώσεις... Δημιουργώ εντυπώσεις... Εμένα μου εντυπώνονται οι δικές σου... Εσένα οι δικές μου, όχι... Έμενα όμως, τίποτα πια δεν μου κάνει εντύπωση...

Συνήθισα την κυκλοθυμία σου. Την συνήθισα υιοθετώντας την. Την ερωτεύτηκα αυτή την κυκλοθυμία. Την μίσησα... και μετά την αγάπησα. Ξέρω οτι ξέρεις. Ξέρω οτι ξέρεις ν' αγαπάς. Ξέρεις να είσαι δίπλα. Ξέρεις να είσαι λίγο πιο κει... Ξέρεις να είσαι μακριά... Κι αυτό είναι η αγάπη σου... Αυτό που κάθε φορά κάνεις με τον τόσο γλυκόπικρο και έντεχνο τρόπο σου. Αυτό που μου δίνεις για να ζω... αυτό που μου δίνεις για να ζεις κι εσύ δίπλα μου... Μπορεί μακριά μου... αλλά δίπλα μου.

Μου πες: "Πες μου οτι με λατρεύεις"... σου απάντησα "Σ' αγαπώ"... Έγνεψες καταφατικά κι ακούμπησες τον αυχένα σου στα πόδια μου... Κοίταξες για λίγο στο κενό... όσο εγώ κοίταζα τα ιδρωμένο μέτωπό σου... Φάνταζε αδιανόητο οτι ήταν πάνω στα πόδια μου μετά από τόσο καιρό. Κι ήταν ακουμπισμένο με τον ίδιο αλλοτινό εκείνο τρόπο. Κι οι αλμυρές σταγόνες που είχαν ξεχυθεί πάνω του, ακουμπούσαν το μωρουδιακό σου δέρμα σαν για να ξεκουραστούν εκεί... και δεν έλεγαν να κυλήσουν με κανέναν τρόπο... λες κι ερωτευμένες ήταν με την εξωτερική σου στιβάδα, κι είχαν γραπωθεί εκεί για να μου δώσουν αργότερα την χαρά να τις σκουπίσω με το χέρι μου... κι έτσι να σ' αγγίξω με τον ίδιο εκείνο τρόπο... για άλλη μια φορά.

Κι έσπασες την σιωπή... τότε που πυροδότησε πια την ανασφάλειά σου... τότε που για άλλη μια φορά μπήκες στο μυαλό μου και την σκέψη μου διάβασες... και βίαια έπρεπε να την λήξεις για να μην τσακίσει την ανασφάλεια αυτή. Για τον καιρό μου μίλησες και για την ζέστη που μας τύλιγε και τους δυο... σε κείνο το δωμάτιο που άλλοτε το τύλιγε η ζέστη η δική μας. Αμήχανα γύρισες στο πλάι τον κορμό σου... ακολούθησαν τα πόδια... και τελευταίο το κεφάλι σου... λες κι ήθελαν τα μάτια σου, μια στιγμή ακόμα να διαξιφιστούν με τα δικά μου... Κι ακούμπησες το άσπρο σου μάγουλο πάνω στην υγρή σου παλάμη, κι αυτή πάνω στο αριστερό μου πόδι... Κι αυτό μαζί με το δεξί είχαν τελείως παραλύσει... Ακίνητα ήταν για ώρα... Μην τα κουνήσω και με νιώσεις άβολα... Μην με νιώσεις άβολα και χάσω την αίσθηση αυτή που επέστρεφε μήνες μετά... Απρόσκλητη πια... Λυτρωτική πάντα.

Μείναμε έτσι για ώρες. Μιλούσες και κοίταζες το κενό. Κλεφτές ματιές μου έριχνες... να επιβεβαιώνεις πώς παρατηρώ εκστατικά το καλοσχηματισμένο σώμα σου, ν' ακουμπά το δικό μου το σαρκίο... Και ψυχανεμιζόσουν πως τόσο καιρό το σέρνω πάνω σε τούτο τον κόσμο, με μοναδική προσμονή μια τέτοια στιγμή... μια τέτοια επαφή... μία σου κλεφτή ματιά... με τα δυο σου καφετιά βότσαλα, που λάμπουν στο ημίφως... σαν τα φωτάκια στο βάθος του ορίζοντα... μιας παραλίας... ένα βράδυ... που δεν προλάβαμε να ζήσουμε.

Ήξερες οτι δεν θα σταματούσα μια τέτοιαν αίσθηση... Κι ήξερες οτι εσύ θα πρέπει να το κάνεις... Κακόκεφος και βουβός ανασηκώθηκες... σαν να μην ήθελες... και κάθισες εκεί αμίλητος στην άλλη μεριά του καναπέ... Έμεινες άλαλος κι ακίνητος για ώρα... Τώρα εσύ με κοίταζες κι εγώ συνδιαλεγόμουν με το κενό. Κι είχες φυλακίσει και τους δυο μας στην σιωπή. Εκεί λοιπόν, μες το κελί μας, μας άφησες για ώρα... Εκεί που λιώναμε μαζί για να σωφρονιστούμε... εγώ από τις σκέψεις μου, εσύ από τις ανασφάλειές σου. Μου χαμογέλασες... με άγγιξες με τ' ακροδάχτυλα... Σηκώθηκα, περπάτησα αργά, πήρα τα τσιγάρα μου, εκείνα που σου μοιάζουν, ακούμπησα τρυφερά την κοιλιά σου... κατέβηκα τις σκάλες σου για ακόμα μια φορά...