Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Μισός και πάλι...

Μήπως είμαι αχάριστος? Μήπως είμαι υπερβολικός? Κάθε φορά που η προχωράμε ένα βήμα παρακάτω, κάθε φορά που εδραιώνουμε μια κατάσταση, μια σχέση... με έναν τρόπο κάθε φορά δικό μας... είμαι αυτός που δεν αντέχει και θέλει να τα διαλύσει όλα. Ξέρω γιατί όμως... Όσο υπερβολικός και όσο αχάριστος κι αν είμαι, ξέρω οτι πάντα τα νέα δεδομένα, οι νέες συντεταγμένες μας... δεν είναι "μας"... Κάθε φορά είναι "σου". Ποτέ δεν διεκδίκησα. Ποτέ δεν ζήτησα αυτό που ήθελα. Περηφανεύομαι πάντα οτι είμαι ο ξεκάθαρος της υπόθεσης. Σκατά "ξεκαθαράκος" είμαι!

Μόνο μια φορά ένιωσες οτι θα μπορούσα να μιλήσω... Τότε που μίλησες εσύ για μια φορά, για να μην μιλήσω εγώ για τελευταία... Και τα λόγια σου πέταξαν σαν πουλιά... Σαν να είναι αυτά τα λόγια αποδημητικά... Η σιγουριά μου ο χειμώνας τους, η φυγή μου καλοκαίρι τους... Πόσο σίγουρος μπορώ να είμαι δίπλα σου? Πόσο σίγουρος μπορείς να είσαι δίπλα μου? Πόσο σίγουρος μπορώ να είμαι παρέα μας?

Έχω βαρεθεί να αναλώνω ατέλειωτα διαδικτυακά bytes απλά και μόνο για να γράφω για την αναπηρία μου... Για την ανικανότητά μου να μιλήσω... Για την εμμονή μου - γιατί για εμμονή πρόκειται πλέον - να τσακίζω πάντα και να μην επαναστατώ ποτέ... Νομίζω οτι ο θεός μου χάρισε για κατάρα ολόδική μου την ιδιότητα αυτή του πλαστικού... Τσακίζει, λιώνει, καίγεται αλλά ποτέ δεν σπάει... Μένει σε ένα ακαθόριστο σχήμα... Το σχήμα που του επιτρέπει κάθε φορά ο χώρος... Το δοχείο μέσα στο οποίο βρίσκεται μέχρι να παγώσει για να διατηρήσει το νέο του σχήμα... Το "δοχείο" σου...

Για άλλη μια φορά κάνω το ίδιο λοιπόν... θρηνώ για την αναπηρία μου... Κρατιέμαι με νύχια και με δόντια να μην σε διεκδικήσω... έτσι όπως εγώ σε θέλω αυτή τη φορά... Δεν θα το κάνω... το ξέρω. Έχω αφεθεί στην τύχη... Αν τύχει... Μήπως τύχει... Μήπως έτυχε και δεν το κατάλαβα... Μήπως τύχει και δεν το καταλάβω. Γι' αυτό να έχω τα μάτια μου ανοιχτά... Και το στόμα μου κλειστό...

Πριν λίγες μέρες μια πολλή καλή μου φίλη μου είπε: "Έχει καιρό να σε πιάσει η καταθλιψούλα σου". Είχε δίκιο... Όλα είναι καλύτερα στην ζωή μου... Όλα σε μια σειρά ξανά. Οι φίλοι δίπλα και οι εχθροί μακριά... Εσύ κάπου ανάμεσα... Ίσως γι' αυτό να είναι όλα καλύτερα... Θέλω τόσο πολύ να ουρλιάξω μέσα στα αυτιά σου πως με αποσυντονίζεις. Να σου πω όλα όσα δεν σου έχω πει... Πλέον δεν είναι βαρύ για σένα... Είναι πολύ για μένα... Τα φετινά Χριστούγεννα καλύτερα από τα περσινά... Η επέτειος πλησιάζει και τίποτα δεν δείχνει να είναι όπως πέρσι... Μόνο το μέσα μου... Αυτό το πολύ μέσα... Το πιο μέσα κι απ' το μέσα...

Είμαι αθεράπευτος... Κι εσύ είσαι το φάρμακο και η αρρώστια μου μαζί... Τουτέστιν εξάρτηση... Είσαι το τσιγάρο μου, το ποτό μου, το χαμόγελό μου, η χαρά μου και η λύπη μου... Είσαι η πρωινή μελαγχολία μου... η βραδινή ένταση. Το κόκκινο χρώμα, το πράσινο ημερολόγιό μου, το αυτοκίνητό μου, τα κουμπάκια στο κινητό μου... Το λάθος μου και το σωστό μου... Κάθε πρόοδος και κάθε στραβοπάτημα... Η πρώτη και η τελευταία σκέψη. Το ξύλινο πάτωμα... Τα μαύρα μου παπούτσια, το καρό μου το γιλέκο και το παλιό μου άρωμα... Αυτό που δεν ξαναφόρεσα... Αυτό που είναι στο γεμάτο ακόμα μπουκαλάκι... Είσαι το απλά και το σύνθετα... Το γενικά μου και το ειδικά μου... Η κάθε ατάκα μου στον κάθε ρόλο μου... Το καλημέρα και το καληνύχτα μου... Είσαι το ξεμπρόστιασμα και η άμυνά μου. Είσαι το όλο... Αυτό που πάντα είχα μισό...

Υ.Γ. : Ακόμα και τώρα κλείνω νιώθοντας οτι όσα έγραψα μισά θα είναι πάντα... ελλειμματικά... Έχω συμβιβαστεί με το συναίσθημα πως έτσι θα μένουν αν δεν ξαναγραφτούν μαζί σου.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Νέος γύρος

Όταν δεν ξέρεις τι θες? Όταν δεν ξέρεις τι θέλουν? Όταν όλα μοιάζουν να σημαίνουν τόσα πολλά... Όταν όλοι μοιάζουν να εννοούν τόσα πολλά κι εσύ να μην καταλαβαίνεις τίποτα... Κι όταν όσα τόσο καιρό καταλάβαινες μένουν απλά στο κενό... Δεν έχω να πω κάτι άλλο για αρχή...

Υ.Γ. Νέος γύρος... Γιατί γράφω μόνο στα δύσκολα δεν έχω καταλάβει... Τι σημασία έχει όμως...

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

La touche...

Είναι κάποια βράδια, που η νύχτα "αντέχει" όπως θα έλεγε και η Χαρούλα... η Χαρούλα που τόσο σου αρέσει... η Χαρούλα... το μόνο σημείο διαφωνίας μας. Ακόμα δεν μπορώ να βρω την διαφωνία μας. Την ασυμφωνία μας και την αιτία της. Ίσως ούτε κι εσύ... κι αυτό με πληγώνει.

Αυτά λοιπόν τα βράδια θα ήθελα να είμαι δίπλα σου... Να ακουμπήσω τα μωρουδιακό σου δέρμα... σαν άλλοτε... Θυμάσαι? Να νιώσω την ανάσα σου στην επιδερμίδα του αυτιού μου, καθώς τα χείλη σου θα επεξεργάζονται τα ζυγωματικά μου... Να δω τα βλέφαρα σου να κλείνουν όταν τα χείλη μου θ' αγγίζουν τα δικά σου... Να ακουμπήσω αργά όσο ποτέ, έναν - έναν τους σπονδύλους, πάνω στην ανάριγη πλάτη σου... Να μπλέξουν τα δάχτυλά μας πάνω στο μουσκεμένο σεντόνι... Θυμάσαι? Να ακουμπήσει το στήθος μου πάνω στο δικό σου, την στιγμή που δεν θα έχει απομείνει τίποτα πια στον χώρο, παρά μόνο δυο ρηχές ανάσες και δυο φωνές μεταλλικές...

Να μου τραγουδήσεις... να μου διαβάσεις παραμύθι... να με φιλήσεις όπως έκανες πάντα, σαν να ήταν η τελευταία σου φορά... να κοιμηθώ δίπλα σου πιο "γυμνός" από ποτέ... Θυμάσαι? Θυμάσαι...!

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Ιχνηλατώντας

Υπάρχουν άνθρωποι στην ζωή του καθενός, που περνούν απαρατήρητοι. Άνθρωποι που είναι δίπλα μας για χρόνια, συμπορεύονται με μας, κι ο δρόμος τους είναι απλά παράλληλος... ποτέ δεν τέμνει τον δικό μας. Άνθρωποι που οδηγούν την άμαξά τους στο πλάι της δικιά μας... κι όμως ποτέ δεν γυρίζουν το κεφάλι να μας δουν. Εμείς, όχι εκδικητικά, όχι από κακία, τους αφήνουμε δίπλα, τόσο κοντά και τόσο μακριά ταυτόχρονα, να μένουν κι αυτοί στην δική μας "νεκρή γωνία".

Άλλοτε πάλι τα χνάρια της δικιάς μας άμαξας, βαδίζουν πάνω σε άλλα... μιας προηγούμενης... Τρέχουμε τότε να την προφτάσουμε... Πότε το καταφέρνουμε, πότε όχι... Κι αν τα χνάρια αυτά κάνουν στροφή... τραβάμε το ένα από τα δυο τα χαλινάρια λιγάκι... κι άλλοτε περισσότερο, για να συμπορευτούμε με τα χνάρια που κάποιος άλλος χάραξε για μας. Το σίγουρο είναι πως ο προορισμός μας είναι διαφορετικός. Κι όμως πάντα η διαδρομή θα είναι πιο όμορφη αν έχουμε, έστω και για μικρό μέρος αυτής, έναν συνταξιδιώτη... Και μετά έναν άλλο... Και μετά έναν ακόμα... Και μετά κάποιον από τους προηγούμενους ξανά... Σίγουρα στο τέρμα μόνοι θα φτάσουμε... όπως ξεκινήσαμε... Το μόνο που θα 'χουμε μαζί... είναι η ανάμνηση της διαδρομής... Όσο πιο πλούσια ανάμνηση... τόσο πιο όμορφος ο τερματισμός... Τερματισμός ξεκούραστος, αυτάρκης... γαλήνιος κι ηδονικός...

Αυτές λοιπόν οι άμαξες, που θα οδηγήσουν δίπλα μας, μαζί μας ή χωριστά από εμάς, κοντά ή μακριά μας, σε δρόμους παράλληλους και κάθετους, άμαξες που θα στρίψουν σε σταυροδρόμια και θα χαθούν στο σύννεφο της σκόνης τους, θα σταματήσουν σε φανάρια που εμείς θα προλάβουμε να τα περάσουμε -έστω και με κόκκινο-, θα τρέξουν για να μας προφτάσουν ή για να απομακρυνθούν από εμάς, θα μας ακολουθήσουν ή θα τις ακολουθήσουμε... άμαξες πιο παλιές ή πιο καινούργιες από την δική μας... πιο γρήγορες ή πιο αργές... δεκτικές στους άλλους συνοδοιπόρους ή όχι... όλες αυτές οι άμαξες... κρύβουν μέσα τους έναν άλλο κόσμο... ενός άλλου αμαξά...

Ο κάθε αμαξάς οδηγεί με τον δικό του τρόπο... Επικίνδυνα ή συνετά... Γρήγορα ή αργά... Προς τα εμπρός ή ακόμα και με την όπισθεν... Ίσως να οδηγήσει τόσο κοντά μας... μια ανάσα... κι αν δεν φοβηθούμε ίσως να μας δώσει το ένα δικό του χαλινάρι... να τ' ανταλλάξει με το ένα το δικό μας... Ίσως και να μας φοβίσει κι εμείς να επιταχύνουμε... Ίσως να φοβηθεί και να στρίψει, συνεχίζοντας τον δικό του μοναδικό δρόμο... Κι ο κάθε αμαξάς θα σημαδέψει το δικό μας κόσμο... αυτόν που στην δική μας την καρότσα κουβαλάμε... με έναν τρόπο δικό του... με την λαμπερή του παρουσία ή την ακόμα πιο λαμπερή απουσία του... Μπορεί οι αμαξάδες να γίνουνε πολλοί... Να μοιραστούν τα γκέμια τους, κι όλοι μαζί να τρέξουν για λιγάκι... μπορεί και περισσότερο... Να τερματίσουνε μαζί ανέφικτο είναι... Ένας προς έναν θα σ' αφήσει τον δρόμο σου να συνεχίσεις μόνος... Όμορφο θα είναι όμως... αν, στην κοινή σας εκείνη διαδρομή, ένα κομματάκι του δικού του παζλ... του δικού του εκείνου κόσμου, σου αφήσει στην δική σου την καρότσα... Κι εσύ το κομματάκι αυτό, πολύχρωμο ή γοητευτικά μονόχρωμο, θα το κουβαλήσεις ως το τέρμα... Θα το κολλήσεις στο δικό σου παζλ, κι αυτό θα έρθει η ώρα που θα ταιριάξει με το κομμάτι κάποιου άλλου... τρίτου αμαξά...

Θα θελα στο τέρμα το δικό μου... να φτάσω εκεί... να ανοίξω την δική μου την καρότσα... να βγάλω το δικό μου το παζλ και πριν να κοιμηθώ επάνω του... να το κοιτάξω με έκπληξη... Μια έκπληξη πολύχρωμη και τόσο γοητευτική, όσο κι η εικόνα που τα κομμάτια φτιάχνουν σε σειρά... Κι η εικόνα αυτή να 'ναι... τι άλλο... μια σύναξη με αμαξάδες...

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με...

Ένα ατελείωτο παιχνίδι εντυπώσεων... Δημιουργείς εντυπώσεις... Δημιουργώ εντυπώσεις... Εμένα μου εντυπώνονται οι δικές σου... Εσένα οι δικές μου, όχι... Έμενα όμως, τίποτα πια δεν μου κάνει εντύπωση...

Συνήθισα την κυκλοθυμία σου. Την συνήθισα υιοθετώντας την. Την ερωτεύτηκα αυτή την κυκλοθυμία. Την μίσησα... και μετά την αγάπησα. Ξέρω οτι ξέρεις. Ξέρω οτι ξέρεις ν' αγαπάς. Ξέρεις να είσαι δίπλα. Ξέρεις να είσαι λίγο πιο κει... Ξέρεις να είσαι μακριά... Κι αυτό είναι η αγάπη σου... Αυτό που κάθε φορά κάνεις με τον τόσο γλυκόπικρο και έντεχνο τρόπο σου. Αυτό που μου δίνεις για να ζω... αυτό που μου δίνεις για να ζεις κι εσύ δίπλα μου... Μπορεί μακριά μου... αλλά δίπλα μου.

Μου πες: "Πες μου οτι με λατρεύεις"... σου απάντησα "Σ' αγαπώ"... Έγνεψες καταφατικά κι ακούμπησες τον αυχένα σου στα πόδια μου... Κοίταξες για λίγο στο κενό... όσο εγώ κοίταζα τα ιδρωμένο μέτωπό σου... Φάνταζε αδιανόητο οτι ήταν πάνω στα πόδια μου μετά από τόσο καιρό. Κι ήταν ακουμπισμένο με τον ίδιο αλλοτινό εκείνο τρόπο. Κι οι αλμυρές σταγόνες που είχαν ξεχυθεί πάνω του, ακουμπούσαν το μωρουδιακό σου δέρμα σαν για να ξεκουραστούν εκεί... και δεν έλεγαν να κυλήσουν με κανέναν τρόπο... λες κι ερωτευμένες ήταν με την εξωτερική σου στιβάδα, κι είχαν γραπωθεί εκεί για να μου δώσουν αργότερα την χαρά να τις σκουπίσω με το χέρι μου... κι έτσι να σ' αγγίξω με τον ίδιο εκείνο τρόπο... για άλλη μια φορά.

Κι έσπασες την σιωπή... τότε που πυροδότησε πια την ανασφάλειά σου... τότε που για άλλη μια φορά μπήκες στο μυαλό μου και την σκέψη μου διάβασες... και βίαια έπρεπε να την λήξεις για να μην τσακίσει την ανασφάλεια αυτή. Για τον καιρό μου μίλησες και για την ζέστη που μας τύλιγε και τους δυο... σε κείνο το δωμάτιο που άλλοτε το τύλιγε η ζέστη η δική μας. Αμήχανα γύρισες στο πλάι τον κορμό σου... ακολούθησαν τα πόδια... και τελευταίο το κεφάλι σου... λες κι ήθελαν τα μάτια σου, μια στιγμή ακόμα να διαξιφιστούν με τα δικά μου... Κι ακούμπησες το άσπρο σου μάγουλο πάνω στην υγρή σου παλάμη, κι αυτή πάνω στο αριστερό μου πόδι... Κι αυτό μαζί με το δεξί είχαν τελείως παραλύσει... Ακίνητα ήταν για ώρα... Μην τα κουνήσω και με νιώσεις άβολα... Μην με νιώσεις άβολα και χάσω την αίσθηση αυτή που επέστρεφε μήνες μετά... Απρόσκλητη πια... Λυτρωτική πάντα.

Μείναμε έτσι για ώρες. Μιλούσες και κοίταζες το κενό. Κλεφτές ματιές μου έριχνες... να επιβεβαιώνεις πώς παρατηρώ εκστατικά το καλοσχηματισμένο σώμα σου, ν' ακουμπά το δικό μου το σαρκίο... Και ψυχανεμιζόσουν πως τόσο καιρό το σέρνω πάνω σε τούτο τον κόσμο, με μοναδική προσμονή μια τέτοια στιγμή... μια τέτοια επαφή... μία σου κλεφτή ματιά... με τα δυο σου καφετιά βότσαλα, που λάμπουν στο ημίφως... σαν τα φωτάκια στο βάθος του ορίζοντα... μιας παραλίας... ένα βράδυ... που δεν προλάβαμε να ζήσουμε.

Ήξερες οτι δεν θα σταματούσα μια τέτοιαν αίσθηση... Κι ήξερες οτι εσύ θα πρέπει να το κάνεις... Κακόκεφος και βουβός ανασηκώθηκες... σαν να μην ήθελες... και κάθισες εκεί αμίλητος στην άλλη μεριά του καναπέ... Έμεινες άλαλος κι ακίνητος για ώρα... Τώρα εσύ με κοίταζες κι εγώ συνδιαλεγόμουν με το κενό. Κι είχες φυλακίσει και τους δυο μας στην σιωπή. Εκεί λοιπόν, μες το κελί μας, μας άφησες για ώρα... Εκεί που λιώναμε μαζί για να σωφρονιστούμε... εγώ από τις σκέψεις μου, εσύ από τις ανασφάλειές σου. Μου χαμογέλασες... με άγγιξες με τ' ακροδάχτυλα... Σηκώθηκα, περπάτησα αργά, πήρα τα τσιγάρα μου, εκείνα που σου μοιάζουν, ακούμπησα τρυφερά την κοιλιά σου... κατέβηκα τις σκάλες σου για ακόμα μια φορά...

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Now I know...

Πάντα αναρωτιόμουν από ποιο σημείο των ματιών μας κυλούν τα δάκρυα... Το είχα ρωτήσει πολλές φορές... Από την εσωτερική ή την εξωτερική κόγχη των ματιών μας? Κάποιος μου είχε πει, οτι για τον κάθε άνθρωπο είναι διαφορετικό. Στις ταινίες έχω δει και τις δύο εκδοχές. Πριν λίγες μέρες έμαθα από ποια κόγχη τρέχουν τα δικά μου δάκρυα... Κι ένιωσα ευλογημένος που ξέρω. Κάποιοι δεν θα μάθουν ποτέ. Δεν θα αναρωτηθούν ποτέ. Εγώ ξέρω... και σ' ευχαριστώ...

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

Συνταγή μπελαλίδικη, αλλά χορταστική

Νομοτέλεια... Κάποια στιγμή φτάνει η ώρα που όλα τελειώνουν. Εκείνη η ώρα που κάτι μαραίνεται και κάτι άλλο ανθίζει. Η ώρα του Χειμώνα... κι ας είναι καλοκαίρι. Μια στιγμή αρκεί. Μια κουβέντα, μια συλλαβή ίσως. Ίσως ούτε συλλαβή. Μόνο η ανάσα πριν την εκτόξευση μιας λέξης και η σύγχρονη δράση του σώματος κατά την διάρκεια της ανάσας αυτής, αρκούν για να γράψουν το "the end". Αρκούν για να δώσουν τις απαντήσεις που χρειάζεσαι. Τις απαντήσεις που αρνείσαι να ακούσεις τόσο καιρό. Είναι σαν τις ταινίες που μας αφήνουν ανικανοποίητους. Εκείνες, που βλέποντάς τες, ο χρόνος περνά και δεν το καταλαβαίνεις. Και φτάνουν στο τέλος εκεί που δεν το περιμένεις. Και ακόμα χειρότερα, το τέλος είναι ελλιπώς ικανοποιητικό. Ελλιπέστατα. Ίσως και καθόλου.

Αυτά τα movie nights, που σε αφήνουν ανικανοποίητο με το "the end" τους, με το τέλος της δικής τους ταινίας, σου ανοίγουν την όρεξη. Και εκεί, στο βάθος την νυκτός αποφασίζεις να φας. Εννοείται ότι όλα τα delivery είναι κλειστά εδώ και ώρες. Τι θα κάνεις? Θα μαγειρέψεις! Πας λοιπόν στην κουζίνα και ανοίγεις το συνταγολόγιο στην γνωστή σελίδα. Μπελαλίδικη συνταγή όπως θα έλεγε κι η γιαγιά μου, αλλά αγαπημένη. Φτηνή και σίγουρη... χορταστική!

Ένα κουταλάκι του γλυκού ανακούφιση
Μια κουταλιά της σούπας θυμός
Ένα φλυτζάνι του τσαγιού πικρία
1/2 λίτρο αγάπη
Μια πρέζα ανεκπλήρωτο
Ένα λίτρο έρωτα
Μια κουταλιά της σούπας αναπάντεχο

Βάζουμε σε ένα μπολ τον έρωτα, τον θυμό και την πικρία. Ανακατεύουμε καλά μέχρι να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Προσθέτουμε την αγάπη και ανακατεύουμε μέχρι να λιώσει καλά. Προσοχή να μην κάνει γορμπαλάκια. Αφήνουμε το μείγμα να "ξεκουραστεί" στο ψυγείο για μήνες. Στη συνέχεια, σε ένα άλλο μπολ ανακατεύουμε το αναπάντεχο, το ανεκπλήρωτο και τέλος προσθέτουμε την ανακούφιση. Αδειάζουμε το δεύτερο μείγμα μέσα στο μπολ με το πρώτο και ανακατεύουμε μέχρι να αποκτήσουν την υφή που επιθυμούμε. Εμείς ή οι καλεσμένοι μας. Έπειτα τοποθετούμε το μείγμα σε μια φόρμα και το βάζουμε στον φούρνο που έχουμε προθερμάνει στους 670 βαθμούς. Το αφήνουμε μέχρι να πάρει το γνωστό βαθύμαυρο χρώμα του. Σερβίρεται καλύτερα ζεστό με τη συνοδεία λευκού κρασιού.

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Χαρτόκουτες

8 Σεπτεμβρίου 2009... 25 Μαρτίου 2010... Γενέθλια, γιορτές... νύχτες, μέρες, βράδια, απογεύματα, ξημερώματα... ποτά, τσιγάρα, καφέδες... κουβέντες, γέλια, σιωπές... κουτάκια.

Κάποτε τα λάτρευες τα κουτάκια μου, Κάποτε τα μισούσες... Πότε, πότε τα λατρεύεις ακόμα... Ποτέ πια δεν τα μισείς... Γιατί κουτάκια δεν υπάρχουν πια. Ίσως είναι ένα από τα λιγοστά που σου διαφεύγουν... Τα άνοιξες όλα τα κουτάκια μου... Φύσηξες και τα σκόρπισες... περιεχόμενο και περιτύλιγμα...

Τώρα στέκουν άδειες χαρτόκουτες. Περιμένουν εκεί σκισμένες κι άδειες, να τις μαζέψει κάποιος. Να τις μπαλώσει με διπλή και τριπλή ταινία μονωτική και να τις ξαναβάλει στη σειρά. Έπειτα να τις γεμίσει πάλι. Μικρότερες και μεγαλύτερες χαρτόκουτες να ξανακλείσουν μόλις γεμίσει η καθεμιά τους. Κι έπειτα να ξαναφτιάξω την γελοία τους εικόνα, όπως ήταν κάποτε... Να κλειδώσω τις χαρτόκουτες μου με λουκέτα. Μέχρι να έρθεις πάλι εσύ και να το δεις. Να πεις... "Πόσο γελοίο... λουκέτα σε χαρτόκουτες... Μπορώ απλά να τις σκίσω"

Τ' αγκάθια πιο πολλά από τα πέταλα. Οι ρωγμές πιο πολλές από τα λουκέτα. Η δύναμή σου πιο δυνατή από τις δικές μου τις χαρτόκουτες.

Τραγική ειρωνεία: Δεν θέλω να μαζέψω τις σκισμένες κούτες μου... τα σκισμένα κουτάκια μου... Αρνούμε να τα μπαλώσω... Αρνούμαι πεισματικά και να γυρίσω τα δω. Περιμένω το απορριμματοφόρο να περάσει. Να τα μαζέψει και να τα κάνει παρελθόν. Να το δω να απομακρύνεται και να τα λιώνει στην καρότσα του. Να τα κάνει κομμάτια μαζί με τα άλλα σκουπίδια... Κι ο ήχος της μηχανής του να σβήσει μαζί με την εικόνα του, στην επόμενη στροφή.

Μου 'δειξες έναν άλλο δρόμο... Έναν τρόπο σκέψης άλλο. Ξέρω πω θα μου φέρει δυσκολίες ο τρόπος σου. Αλλά τον τρόπο αυτό δεν τον αλλάζω... Όσο αλλάζω σου μοιάζω... Ο κόσμος από οπτική γωνία άλλη... Μια οπτική δική σου... Μια οπτική και δική μου πλέον. Ό,τι κι αν είναι αυτό, μέχρι τέλους θα το ζω.

Θα περιμένω την βαριά κουρτίνα της αυλαίας να κλείσει. Μπορεί κλείνοντας να πέσει. Να μην αντέξει. Η παράσταση απ' την αρχή ν' αρχίσει. Μπορεί να κλείσει και τα φώτα της σκηνής να κρύψει.

Ξανά Θα γράψω, θα σβήσω, θα σκίσω... αλήθειες, ψέματα, γνώμες, γεγονότα, σημάδια, γκριμάτσες, κινήσεις, τραγούδια, στίχους, νότες... Θα ρουφήξω, θα φυσήξω... θα πιω, θα ξεδιψάσω, θα πνιγώ...

Έτσι λοιπόν, θα μετρήσω την αντίστροφη, μέχρι το "ν" του μηδενός. Δεν με νοιάζει κι αν πονέσω. Αν με νοιάξει, θα χάσω το συναίσθημα του πόνου. Θα χάσω εσένα. Θα χάσω... θα ξεχάσω... Η λήθη... Κι εμένα η λήθη με τρομάζει...

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

Γλυπτική...

Χθες έμεινα ξύπνιος ως αργά. Παρέα με έναν φίλο αρκετά μεγαλύτερό μου. Άνθρωπος καθαρός. Αναλλοίωτος στο πέρασμα του χρόνου. Έχει επιλέξει πολλά χρόνια τώρα, να ζει για το αύριο... ούτε καν για το μεθαύριο. Τον θαυμάζω τον Γ. Ακόμα και μέσα στο μεθύσι του, αυτό που έχει να πει, σε φέρνει στα όρια της ανατριχίλας. Εκείνος έχει κάνει συνειδητά πια τις επιλογές του. Ζει για το τώρα, και το μόνο που μπορεί να τον επηρεάσει είναι οτιδήποτε μπορεί να του προσφέρει συναισθήματα. Καλά, κακά... κάθε είδους. Μόνο το συναίσθημα έχει αφήσει να κυβερνάει την ζωή του... Κάποιοι θα τον έλεγαν, γι' αυτό τον λόγο, ακυβέρνητο... εγώ τον λέω ευτυχισμένο!

Που το πήγαμε, που το φέραμε, καταλήξαμε να μιλάμε πάλι για το μεγάλο Ε που κυβερνάει τις ζωές όλων μας. Αυτό το φτερωτό Ε με τους δύο βοηθούς του. Τον Ίμερο και τον Πόθο. Συνοδοί και δορυφόροι μας. Κινητήριες δυνάμεις στην κάθε μας πράξη. Πόσες φορές αλλάξαμε αποφάσεις ζωής, για το μεγάλο αυτό Ε? Πόσες φορές ακολουθήσαμε άλλους δρόμους, από αυτούς που είχαμε χαράξει με τόσο κόπο? Πόσες φορές αλλάξαμε το ναι σε όχι και τούμπαλιν? Το μπορεί σε σίγουρα, το άσπρο σε μαύρο. Το πάνω σε κάτω. Πόσες φορές μετανιώσαμε για τις αλλαγές αυτές? Δεν ξέρω να απαντήσω πόσες αληθινά μετανιώσαμε... Εγώ δεν θέλω να μετανιώσω για τις αλλαγές αυτές. Ο Γ. δεν μετάνιωσε ποτέ. Έμαθε να μην μετανοεί. Να χαίρεται ακόμα και τις λάθος επιλογές του. Να ζει μέσα στο λάθος του και να 'ναι περήφανος γι' αυτό.

Κι από πίσω μουσική να παίζει. Μουσική παντού... Μουσική που ακούγαμε μαζί... ακόμα κι αν ήμασταν χώρια. Ξέρεις οτι παντού και πάντα ακούω μουσική. Μόνο μαζί σου δεν ακούω. Προτιμώ να ακούω εσένα. Έχει η φωνή σου μια μουσικότητα... ούτως ή άλλως... Αντηχεί στ' αφτιά μου για ώρες μετά που μένω μόνος. Κάθε σου φράση, κάθε υψίσυχνο σύμφωνο που θα ξεφύγει περήφανο ανάμεσα από τα δυο σου, ωχρά χείλη. Και μετά όλα κατασταλάζουν σαν ίζημα στον πάτο ενός μπουκαλιού. Και φτιάχνουν σιγά - σιγά την δική τους λάσπη. Κι αυτήν την λάσπη παίρνω κάθε φορά που είμαι μακριά σου, για να πλάσω την εικόνα σου. Και την πλάθω με τα δυο μου χέρια γυμνά. Για να μπορώ να νιώσω την ζεστασιά της λάσπης σου. Να μουλιάσω τα χέρια μου μ' αυτήν. Και κάθε φορά πλάθω την μορφή σου με μεγαλύτερη δυσκολία. Μου παίρνει χρόνο περισσότερο. Η λάσπη είναι πιο υγρή και η μορφή καταλήγει θλιμμένη... αλλοτινή... κακέκτυπο δικό σου. Αλλά με έμαθες εσύ να δουλεύω καλά και με τα ρευστά. Να κάνω υπομονή. Να πλάθω εικόνες που ποτέ δεν έχω δει. Μα τώρα... δεν είσαι δίπλα μου για να βοηθήσεις.

Τώρα περιμένεις να σε "γεννήσω" μέσα από την Λάσπη.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

Λες να είχες δίκιο?

Τα σύννεφα έφυγαν. Βλέπεις πια ουρανό γαλανό. Και περιμένεις να δεις αν είναι σημάδι. Θα φύγουν κι οι σταγόνες από το μυαλό σου? Θα κάμει και στο νου σου ξαστεριά? Μπα... αυτή θα αργήσει... Ίσως με την άνοιξη κι αυτή να 'ρθει παρέα...

Και τελικά οι σταγόνες μένουν... πέφτουν διατηρώντας αμείωτο τον ξέφρενο ρυθμό τους. Επιμένουν αυτές οι σταγόνες... Δεν το βάζουν κάτω. Κι έτσι... να και οι μεσοβέζικες λύσεις... λύσεις πρόχειρες... να αντικαταστήσουν τα αντιπλημμυρικά έργα που θα απαιτούνταν, με απλά πανιά... ξέφτια που τοποθετείς προσωρινά στην χαραμάδα της πόρτας για να μην μπάσει νερά. Κι εκεί που έλεγες, "έκανα τον προϋπολογισμό μου, και τώρα θα κάνω τα αντιπλημμυρικά μου έργα" βρίσκεσαι πάλι να χαζεύεις τις σταγονίτσες από το παράθυρο και να προσεύχεσαι να μην γίνουν τόσο ορμητικές και παρασύρουν ολόκληρη την πόρτα σου μαζί! Και έτσι δίνεις κι άλλη παράταση... και βολεύεσαι... Και βρίσκεις κι άλλους τρόπους για να γλυτώσεις το τέλος. Γιατί το τέλος το φοβάσαι...

Που μας πάει η ζωή δεν ξέρω... που μας πάει ζωή μου εμάς...
Αλήθεια δεν ξέρω. Οτι και να σου φέρω εσύ πάντα θα το κοιτάς από μακριά. Οτι κι αν σου δώσω πάντα θα το παίρνεις και θα λες ευχαριστώ. Αλλά δεν θα έχεις κάτι να ανταποδώσεις. Κι εγώ? Εγώ δεν θα θέλω ανταπόδοση. Ακόμα κι αν πάνω στα νεύρα μου -πάντα μακριά σου έχω τα νεύρα μου- λέω οτι κάποια στιγμή πρέπει να ανταποδώσεις, ποτέ δεν θα το πιστέψω... Κι εσύ κάποτε το είχες πει... "Πρέπει να απαιτείς και από εμένα να σου δώσω..."

Μωρέ λες να είχες δίκιο???

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Το "τρίτο καμπανάκι"...

Εσύ πιο καλά από όλους, ξέρεις οτι ποτέ δεν αρκέστηκα σε κάτι μισό. Πάντα ήθελα να έχω το ολόκληρο. Εσύ το έζησες περισσότερο από όλους. Και τώρα το ξέρεις, οτι είναι η πρώτη φορά που το κάνω. Πρώτη φορά το κάνω για σένα. Πρώτη φορά το μισό μου αρκεί... Αυτό δεν σημαίνει οτι θα μου αρκεί και για πάντα.

Πρέπει να ξέρεις οτι τον χρόνο που ζήτησες να πάρεις... τον παίρνω κι εγώ. Κι ο χρόνος αυτός, είναι ο δρόμος που με οδηγεί στις δικές μου αποφάσεις. Υπολόγισε, οτι ίσως εγώ χρειαστώ λιγότερο από τον χρόνο αυτό, για να καταλήξω σε αυτές. Για να μην αντέξω άλλο το μισό. Για να ζητήσω το ολόκληρο. Ακόμα κι αν ξέρω οτι εσύ δεν είσαι σε θέση να το δώσεις. Και θα το ζητήσω. Όχι για να σε αναγκάσω να "τρέξεις" περισσότερο. Απλά και μόνο γιατί εγώ κουράστηκα να τρέχω. Λαχάνιασα πια. Πολλά τα τσιγάρα. Πολλά τα βράδια. Πολύς ο χρόνος που έδωσα...

Ίσως είναι ώρα να φύγω. Αυτή τη φορά να φύγω εγώ. Γιατί ακόμα κι αν εσύ έφυγες ήδη... εγώ μένω. Και είναι ώρα να νιώσεις κι εσύ την δική μου τη φυγή. Πασχίζω να μην γίνω κακός μαζί σου. Πασχίζω για να μην με πληγώσω διπλά. Την κακία μου απέναντι σου, δεν θα μου την συγχωρούσα ποτέ. Κι αυτόν τον κίνδυνο όμως, της ενδεχόμενης κακίας, δεν τον έχεις διαφύγει ολοκληρωτικά. Κάθε άλλο. Όσο περισσότερο χρόνο σου δίνω, τόσο πιο κοντά στον εν λόγω κίνδυνο βρίσκεσαι. Αυτή την φορά είναι μόνο στο χέρι μου. Αυτή την φορά θα φύγω για μένα.

Είσαι οτι πιο σημαντικό έχω ζήσει στη ζωή μου. Είσαι οτι πιο πολύτιμο έχω αφήσει να μου αγγίξει την ψυχή. Το πιο μεγάλο ναι που έχω πει στη ζωή μου. Το πιο μεγάλο όχι που έχω ακούσει. Η πιο γλυκιά ανάμνηση μου. Ναι ακόμα και τώρα, γλυκιά παραμένει. Αλλά επειδή έτσι θέλω και να μείνει... θα φροντίσω με κάθε τρόπο να μην σ' αφήσω να περπατήσεις τους δρόμους της απομυθοποίησης. Κι αυτό καλό δικό σου θα είναι. Άλλη μια φορά, Θα φύγω για μένα... και θα το κάνω για σένα.

Μπορείς ακόμα να με κρατήσεις. Μπορείς να μου σκουντήσεις την πλάτη και να παρατείνεις το μαρτύριο μου. Κι εγώ να το δεχτώ. Μόνο ένα πράγμα σου ζητώ. Οτι μου πεις να είναι ειλικρινές. Μην το μετανιώσεις... σε εκλιπαρώ. Βρες το θάρρος να πεις τα πράγματα με τ' όνομά τους. Να δεις τα πράγματα έξω από διαθλαστικούς φακούς. Όπως είναι. Και αν πραγματικά το εννοείς, δώσε μου έναν ακόμα λόγο να μείνω στον πόνο. Κι εγώ μ' έναν και μόνο λόγο θα το κάνω. Ένας λόγος μου αρκεί. Μπορώ να βαφτίσω αυτόν τον έναν και μόνο λόγο, με το όνομα "ολόκληρο". Αλλά χωρίς αυτόν θα πρέπει να βαφτίσω το μισό, με το όνομα "τίποτα". Και στο τίποτα δεν μένω... και το ξέρεις... ή μάλλον το φαντάζεσαι...

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

All alone am i... ever since your goodbye

Κακός ο ύπνος. Κακό το ξύπνημα. Τυπικό το τηλεφώνημα. Ματαίωση της συνάντησής μας. Άτσαλος ο αποχαιρετισμός. Άσχημος ο καιρός. Κακή συνενόηση. Απόγευμα χωρίς πρόγραμμα. Απόγευμα κενό. Σαν κι εμένα...

Πρόβλεψη: Πολλά τσιγάρα. Πολύς καφές. Πολύ μουσική. Διάθεση κακή. Τεντομένο σχοινί πριν την απόφαση. Την έχω ήδη πάρει. Θα έπρεπε να με ξέρω καλύτερα και να μην με πεδεύω έτσι. Αφού είναι προδιαγεγραμμένο. Δεν θα αντέξεις εαυτέ μου. Αλλιώς έχεις συνηθήσει. Έκανες καλή προσπάθεια. Με άλλαξες πολύ... δεν κατάφερες όμως να αλλάξεις την αρχική μήτρα. Την πίεση ποτέ δεν θα μπορώ να την υπομείνω. Καιρό πολύ, το έκανα για σένα. Αλλά ως εδώ. Ίσως ως λίγο παρακάτω. Πρέπει να βάλω ένα τέλος σε όλο αυτό... μια καινούργια αρχή σε κάτι άλλο. Σε κάτι άλλο παρόμοιο ή και τελείως διαφορετικό. Δώσε μου λίγο χρόνο μόνο σε παρακαλώ. Λίγο χρόνο μακριά από τη σκέψη σου. Άσε με να πάρω μια ανάσα. Κι εγώ, σε αντάλλαγμα, θα σε αφήσω να με πληγώσεις για μια ακόμα φορά. Τελευταία! Ξέρω πως στιγμιαία θα το χαρείς. Μετά θα λυπηθείς. Θα νιώσεις πως με χάνεις ολοκληρωτικά. Δεν θα είναι αλήθεια. Αλλά θα πρέπει να το νιώσεις κι εσύ μια φορά. Διαχειρίσου το, με τον δικό σου μοναδικό τρόπο. Δεν σε φοβάμαι. Θα τα καταφέρεις. Πάλι κοντά σου θα με φέρεις. Πάλι κοντά σου θα θέλω να έρθω. Αυτή τη φορά όμως θα το φτιάξουμε μαζί. Δεν θα αμφιβάλω για μένα... ούτε για σένα. Δεν θα επιτρέψω στον εαυτό μου να αμφιβάλει. Δεν θα του πω ποτέ ξανά "σώπα". Θα σωπάσει μια για πάντα. Μέχρι να μιλήσεις εσύ. Μέχρι το τέλος. Μέχρι πάλι ταξίδια μακρινά να με πας. Ταξίδια χωρίς πρόγραμμα αυτή τη φορά...

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Ευχαριστώ...

Δυστυχώς η ανθρώπινη φύση, μέσα σε όλα της τα προβλήματα, έχει ένα ακόμα... Συχνά νομίζουμε πως είμαστε παντογνώστες. Υπάρχουν φορές που έχουμε το θράσος να πιστεύουμε οτι μπορούμε να προβλέψουμε τις αντιδράσεις των ανθρώπων που μας περιβάλλουν. Πολύ συχνά, αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε. Πως μπορούμε να ελέγξουμε σαν μαριονέτες τους δικούς μας ανθρώπους και τα γεγονότα της ζωής τους. Κι η αυταπάτη συνεχίζεται... Μέχρι να βρεθούν εκείνοι οι λιγοστοί, αλλά σημαντικοί. Άνθρωποι που πίστευες οτι δεν θα μπορούσαν να κουβαλήσουν μαζί σου το πρόβλημά. Κι εκείνοι με μια κίνηση καταρρίπτουν όλες τις θεωρίες σου. Και είναι δίπλα σου. Ακόμα κι αν εσύ τους υποτίμησες... Και δεν κουβαλούν το πρόβλημα σου... Το μοιράζονται... Το κάνουν να μοιάζει ασήμαντο μπροστά στην ύπαρξη τους. Στην ευτυχία που αισθάνεσαι, απλά και μόνο γιατί αυτή την φορά πρόλαβες το τραίνο. Πρόλαβες και το πήρες μαζί τους. Και πόσο άδικο είχες. Πόσο άδικο. Αυτό το τραίνο ήταν πιο σημαντικό. Αυτό το τραίνο θα σε οδηγήσει στους προορισμούς σου. Σε προορισμούς που κι εσύ δεν φανταζόσουν. Εκεί που δεν θα είσαι μόνος σου. Εκεί που κι αν ακόμα το τοπίο είναι λιγότερο όμορφο από οτι το φανταζόσουν... θα το βλέπεις πιο όμορφο από οτιδήποτε άλλο... επειδή θα το βλέπεις μέσα από τα μάτια τους.

Είναι φορές που θέλω να κλάψω τόσο δυνατά. Να ουρλιάξω μια συγγνώμη... απλά και μόνο γιατί είχα την αξίωση να κρίνω την σκέψη των ανθρώπων αυτών. Να προβλέψω τις κινήσεις τους. Να μειώσω την αγάπη που ήξερα οτι κρύβουν για μένα. Να φύγω μακριά τους, για να αντέξω την δική μου έλλειψη πίστης σε αυτούς. Κι εκεί που όλα αυτά στροβιλίζονται στο κεφάλι μου, έρχεται ακόμα ένα χτύπημα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι αποδεικνύουν, για άλλη μια φορά περίτρανα, πως δεν είναι δίπλα μου για να ακούσουν την συγγνώμη μου. Δεν είναι δίπλα μου γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Δεν είναι δίπλα μου προς ανταπόδοση αυτών που εγώ τους έχω ως τώρα προσφέρει. Είναι δίπλα μου γιατί το θέλουν.

Πόσο μικρός ήμουν. Πόσο μεγάλο με κάνουν να αισθάνομαι... απλά και μόνο γιατί γι' αυτούς δεν έπαιξε ρόλο τίποτα από όλα αυτά. Εκείνοι ήταν εκεί, είναι εκεί και θα είναι εκεί. Απλά γιατί το ξέρουν και το θέλουν.

Μου έλειψαν οι καφέδες μας... Μου έλειψαν τα πειράγματα, οι βραδινές συζητήσεις στο αυτοκίνητο, οι διακοπές μας. Μου έλειψαν τα τσιγάρα του εργασιακού διαλείμματος, τα ηλίθια καθημερινά e-mail, το Baleno, ο Old Holborn, η ανύπαρκτη αισθητική, οι ατέλειωτες αναλύσεις των ραδιοφωνικών ακουσμάτων, οι βόλτες, τα κουρέματα, οι φιλοσοφικές συζητήσεις χωρίς τέλος, το μικρό δωματιάκι και οι πίτσες. Η απόλυτη ακρίβεια μερικών... η απόλυτη ανακρίβεια μερικών άλλων. Ο ΠΑΟΚ και ο βάζελος. Τα Friday's και το Μάτι. Οι παλιότερες βόλτες στο Mall και οι πιο πρόσφατες στη συμπρωτεύουσα. Τα μυστικά μας... αυτά που φανερώθηκαν γρήγορα, κι αυτά που φανερώθηκαν πιο αργά.

Η μόνη λέξη που αυθόρμητα αγγίζει τον ουρανίσκο μου... Ευχαριστώ...

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Και πίσω μας... ο δρόμος!

Γυρίζεις ποτέ να κοιτάξεις πίσω? Να δεις τι έχεις αφήσει πίσω σου? Να δεις αν κάτι από όλα αυτά άξιζε? Όχι απαραίτητα για να ξαναγυρίσεις σε αυτό... αλλά για να μην ξανακάνεις το λάθος να αφήσεις κάτι παρόμοιο. Γυρίζεις ποτέ άραγε? Μετριέσαι ποτέ με το παρελθόν σου? Αν όχι, πως αποφασίζεις για αυτό που εσύ ονομάζεις μέλλον? Κι αν γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω... θα το κάνεις όντως για να δεις ή θα το κάνεις, φορώντας τις πλουμιστές σε χρώματα παρωπίδες σου, απλά και μόνο για να πεις οτι το έκανες? Όπως και να έχει, ψάξε την αφορμή σου, και κάντο. Κι οτι καταλάβεις... καλό δικό σου θα 'ναι!

Εγώ την αφορμή μου την βρήκα... Την είχα βρει εδώ και ενάμιση περίπου μήνα. Έπρεπε όμως να βρω και το θάρρος. Το βρήκα κι αυτό... Κάθομαι λοιπόν και κάνω τον απολογισμό των 21 χρόνων που εγώ άφησα πίσω μου. Μια σπουδή που άρχισε με λαχτάρα... και ποτέ δεν τελείωσε. Μια αθλητική καριέρα που άρχισε με υποσχέσεις... και ποτέ δεν προχώρησε. Μια δουλειά που συνοδεύτηκε από ακατάπαυστη αναγνώριση... και ποτέ δεν με ικανοποίησε. Δυο έρωτες που κλόνισαν την καρδιά μου... και μόνο έρωτες δεν ήταν τελικά. Κι ένας ΕΡΩΤΑΣ που δόθηκα ολοκληρωτικά... και με άφησε στη μέση... Ίσως όχι στη μέση... Στην αρχή... Με γκρέμισε, στην αρχή ακόμα. Και μετά κάνεις την σούμα. Παίρνεις το άξυστο μολυβάκι σου, αυτό που χρησιμοποιούσες και στο δημοτικό, και τραβάς αργά - αργά την γραμμούλα κάτω από την πράξη. Αργά - αργά όμως. Αργά γιατί κι εσύ ο ίδιος φοβάσαι να κάνεις την πρόσθεση... Μια πρόσθεση με όλους του προσθετέους αρνητικούς... Μόνο πρόσθεση δεν είναι. Φοβάσαι το μείον που θα πρέπει να βάλεις μπροστά στο αποτέλεσμα. Μπροστά σε αυτό το αποτέλεσμα που η απόλυτη τιμή του θα 'ναι υπέρογκη...

Δεν την έκανα την πράξη. Τελικά δεν με αφορούσε το αποτέλεσμα, αλλά οι προσθετέοι... αφαιρετέοι αν θες. Και τελικά τι έμεινε? Έμεινε η οθόνη μου, το πληκτρολόγιό μου, ο καπνός στα πνευμόνια μου, το αλκοόλ στο συκώτι μου, η σκέψη του στο μυαλό μου, τίποτα στην τσέπη μου, η απορία των γονιών μου, η αναβολή -ματαίωση- των σπουδών μου, μελωδίες μουσικές στ' αυτιά μου, τα ρούχα μου που είναι δυο νούμερα μεγαλύτερα από εμένα πλέον, η ανάγκη μου για έκφραση, μια θαμπή λάμψη, πολλά ξενύχτια... και... και... πολλοί δρόμοι.

Ο δρόμος: Δίοδος, πέρασμα, μονοπάτι. Οριοθετημένη διαδρομή που οδηγεί σε συγκεκριμένο σημείο. Άλλες φορές στην "Ιθάκη", κι άλλες σε αδιέξοδο. Κάποιες φορές ο δρόμος δεν έχει ορατότητα. Έτσι δεν ξέρεις που καταλήγει. Άλλες φορές βλέπεις το τέρμα από μακριά. Ακόμα και τότε όμως, αν διακρίνεις το αδιέξοδο... από την αρχή του δρόμου ακόμα... υπάρχουν φορές που επιλέγεις να τον ακολουθήσεις. Να μετρηθείς με το αδιέξοδο. Λες... Που ξέρεις? Μπορεί να υπάρχει χαραμάδα. Μπορεί να χωράω να περάσω. Μπορεί να κάνουν έργα οδοποιίας μέχρι τότε βρε αδερφέ. Μπορεί να ρίξουν τα 27 τετράγωνα που είναι μετά το αδιέξοδο και να μ' αφήσουν να περάσω! Μπορεί και όχι... Εγώ θα πάω.

Και πήγα. Και ήξερα μέσα μου, οτι σε αδιέξοδο θα βγω... Αλλιώς το περίμενα... Αλλά και πάλι, σε αδιέξοδο βγήκα. Και με χέρια γυμνά, άρχισα να σπρώχνω τον τοίχο. Προσπαθούσα να μουσκέψω τα θεμέλια με τα μάτια μου... αλλά και οι δακρυιγόνοι αδένες μου με πρόδωσαν. Τα χέρια μάτωσαν. Τα μάτια στέρεψαν. Κι εκεί κατάλαβα. Ο τοίχος δεν θα έπεφτε. Ήταν οπλισμένο το τσιμέντο κι ο μάστορας καλός! Και σήκωσα τα μάτια μου και κοίταξα ψηλά. Και πάνω στον τοίχο με κρεμασμένα τα πόδια να αιωρούνται στο κενό, ήταν ο μάστορας. Είχε κι αυτός μάτια μουσκεμένα. Ίσως γιατί προσπαθούσα να ρίξω τον τοίχο που τόσο καλά είχε δουλέψει... ίσως πάλι, γιατί δεν κατάφερα ούτε εγώ να ρίξω έναν από τους καλοφτιαγμένους τοίχους του. Με κοιτούσε για ώρα. Δεν το είχα καταλάβει. Νομίζω έκλεγε πριν από μενα. Κι αυτό δεν το είχα καταλάβει. Μου χαμογελούσε. Και ξαφνικά σταμάτησε να με κοιτάει. Γύρισε το βλέμμα του στον δρόμο πίσω μου. Στον δρόμο που τόσο γρήγορα είχα διανύσει. Τον κοίταγε επίμονα. Μέτραγε τα βήματα. Και το βλέμμα του έφτασε στην αρχή του δρόμου. Νομίζω οτι κάτι ήθελαν να μου δείξουν τα μάτια του. Ίσως ήθελε να μου πει, οτι και το αδιέξοδο δρόμος είναι... ένας δρόμος, που απλά τον οδηγείς με την όπισθεν... ίσως πάλι να μου έδειχνε το σημείο εκκίνησης και να με προέτρεπε να ξανακάνω την κούρσα μου, αυτή τη φορά πιο αργά, για να προλάβει κι εκείνος να ξεστήσει τον τοίχο του. Τι από τα δύο, ποτέ δεν κατάλαβα. Ακόμα προσπαθώ. Κι άνοιξε το στόμα του... Πήρε την ανάσα του... Κι άφησε τον αέρα να βγει! Δεν άκουσα τι είπε. Ήταν πολύ ψηλά για να τον ακούσω. Μόνο τα χείλη του μπόρεσα να διαβάσω. "Μπέμπηηηη...". Κι έμεινε εκεί ψηλά. Αμίλητος... με τα μάτια κλειστά και μουσκεμένα.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Στο είχα πει!

Πάλι ο ίδιος δρόμος. Κάθε φορά η ίδια διαδρομή. Κάθε φορά αυτή η διαδρομή από το σπίτι σου, στο σπίτι μου. Θα μπορούσα πλέον να την κάνω με κλειστά τα μάτια. Πίσω από το τιμόνι μου... για άλλη μια φορά να κυριεύομαι από τον ψυχαναγκασμό μου... Να μετράω τα φανάρια... Ένα - ένα... Αν σταματήσω σε λιγότερο από δυο κόκκινα τότε θα είμαστε πάλι μαζί. Υπάρχουν φορές που περνάω και με κόκκινο λοιπόν. Υπάρχουν φορές που λιγότερο με νοιάζει να φυλαχτώ, από το να είμαστε μαζί. Ίσως αυτό και μόνο να αρκεί σαν απόδειξη για το κακό που μου κάνεις... Έτσι θα έλεγε κάποιος άλλος. Εγώ θα έλεγα πως, μόνο όταν είμαι μαζί σου είμαι ο πραγματικός μου εαυτός. Ο πραγματικός, αυτοκαταστροφικός μου εαυτός. Κι αυτό το θέλησες εσύ. Γιατί όσο αλλάζω σου μοιάζω... στο είχα πει κάποτε... Ένα βράδυ... Σε μια συναυλία... Αγκαλιά σου... Πάνω από 3000 άτομα... Στο είχα πει!

Κι εσύ συνεχίζεις να ρίχνεις τα ζάρια μου... Κι εγώ περιμένω να έρθουν οι εξάρες... Κι εσύ με έναν από τους πολλούς, ανεξήγητους τρόπους σου, πάντα ρίχνεις ασσόδυο.

Σκέφτομαι συχνά πια, πως θα ήταν να σε έβγαζα από τη ζωή μου. Και νιώθω τόσο άσχημα. Όχι γιατί δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εσένα... αλλά γιατί όσο περνάει ο καιρός, γίνομαι όλο και πιο ικανός να το κάνω. Τρέμω στην ιδέα του να μην σε έχω ανάγκη πια. Κι όμως είναι η φυσική ροή των πραγμάτων. Ούτε εσύ δεν θα μπορέσεις να το αλλάξεις αυτό. Κάθε μέρα γίνομαι καλύτερα. Και κάθε νύχτα γεμίζω τύψεις γι' αυτό.

Σε λίγες μέρες, σε λίγες ώρες... σε λίγες στιγμές, πιθανώς να είμαστε πάλι μαζί. Πιθανώς να σε ακούσω πάλι στο ακουστικό. Μπορεί να μιλήσουμε για δευτερόλεπτα. Μπορεί να μιλήσουμε για ώρες. Εγώ πάλι θα περιμένω να ακούσω τις λέξεις κλειδιά. Εύχομαι να μην τις πεις. Δεν ξέρω αν λέω αλήθεια. Εσύ όμως θα τις πεις. Αλλά πάντα με τον τρόπο σου. Τόσο - όσο... Ποτέ να μην περάσεις το όριο που εγώ έβαλα τόσο βολικά για εσένα. Ποτέ να μην εκτεθείς λίγο παραπάνω... ακόμα κι αν ξέρεις οτι δεν θα το εκμεταλλευτώ. Κάποτε με έλεγες ατσαλάκωτο. Τώρα μάλλον θα πρέπει να κρατήσεις τον ορισμό για τον εαυτό σου. Όσες κουβέντες κι αν κάνουμε... οι δυο μας ή και μπροστά σε τρίτους... πάντα θα είσαι στο μεταίχμιο. Πάντα θα λες πράγματα... και συγχρόνως, δεν θα λες τίποτα. Κι αν είμαστε με τρίτους, όλοι μαζί με μένα, θα προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε κάτι υπερβολικό σου, κάτι ανεπίτρεπτο, κάτι που θα σε προδώσει. Μια κίνηση, μια ματιά σου, ένα χάδι που περισσότερη ώρα θα κρατήσει. Όπως πριν λίγες μέρες. Κάτω από το τραπέζι. Πάνω στο πόδι μου. Αλλά τότε ήξερες τι έκανες. Ήξερες οτι δεν θα μπορούσα να πω κουβέντα. Οτι ήμουν ανυπεράσπιστος απέναντι στην κάθε σου διάθεση... Κι όμως δεν χρειαζόταν... Δεν θα μίλαγα έτσι κι αλλιώς... Εγώ δεν θα σε πρόδιδα... Ποτέ δεν θα σε πρόδιδα στον ίδιο σου τον εαυτό.

Φαύλος κύκλος πλέον. Είναι φορές που τραβάω εγώ τα μάτια μου σε μια τυχαία διασταύρωση τους με τα δικά σου. Για να μην προλάβεις εσύ να το κάνεις. Δεν θα το άντεχα πολλές φορές ακόμα. Κι ούτε εσύ θα το άντεχες... Δεν θα άντεχες σε μια στιγμή αδυναμίας σου, να μην μπορέσεις να τραβήξεις το δικό σου βλέμμα... Δεν θα άντεχες να δοκιμάσεις τις αντοχές μου και να ξεπεράσεις τα όριά μου. Πάντα εκ του ασφαλούς θα κινείσαι. Κι εγώ "πιστός υπήκοος" δεν θα σε προβληματίσω ποτέ. Πάντα θα πηγαίνω με τα νερά σου. Κι αυτό στο είπα! Και το πόσο σε ξέρω σου είπα! Ξέρεις οτι όσα σου έχω πει είναι αλήθεια. Δεν αρνήθηκες τίποτα. Δεν έγνεψες καταφατικά σε τίποτα... αλλά και δεν απάντησες τίποτα... Ποτέ δεν απαντάς στις δύσκολες ερωτήσεις. Κι αυτό εγώ σε προέτρεψα κάποτε να το κάνεις. Και τότε ακόμα, σε δική μου ερώτηση. Κι αυτή, ακόμα αναπάντητη μένει.

Νομίζεις πως όλα τα λέω και μετά τα ξεχνάω. Κι εγώ, κι εσύ. Μάλλον έτσι θες να δείχνεις οτι νομίζεις. Ξέρεις οτι δεν τα ξεχνά κανείς μας. Ξέρεις οτι κάποια στιγμή οι ερωτήσεις θα επιστρέψουν... και θα ζητούν επιτακτικά την απάντηση τους. Το ξέρεις! Κι όμως δεν κάνεις τίποτα γι' αυτό. Τίποτα για να το αποφύγεις. Κάθε άλλο... Κυκλοθυμείς περισσότερο από ποτέ... Κι εγώ γίνομαι όλο και πιο ειλικρινής απέναντί σου. Κι αυτό σου φέρνει κι άλλη κυκλοθυμία. Κι εγώ όλο και πιο ειλικρινής. Κι εσύ συνεχίζεις... Πάντα μου είχες πολύ εμπιστοσύνη... Σε όλα... Τώρα πια, κυρίως στις αντοχές μου... Τώρα ίσως, για πρώτη φορά, να κάνεις λάθος.

Στιγμιαία μετανιώνω. Μετανιώνω που σ' άφησα να δοκιμάσεις την απροσδόκητη συνταγή σου (όπως θα έλεγε και κάποιος γνωστός μας) σε μένα. Μετανιώνω που άλλαξα μαζί σου... Μετανιώνω που συνεχίζω να αλλάζω μαζί σου. Μετανιώνω που θέλησα να είμαι δίπλα σου κι αλλιώς. Μην μου αγχώνεσαι όμως... Μετανιώνω στιγμιαία... Κι ύστερα μετανιώνω που μετάνιωσα. Κι εσύ θα παίζεις το κρυφτό σου πίσω από τις μετάνοιές μου. Κι εγώ θα περιμένω την δική σου. Ακόμα κι αν τα όριά μου ξεπεράσεις... ακόμα κι αν αναγκαστώ να στο πω.... θα συνεχίσω να την περιμένω.

Κάποτε, μου είπε κάποια, οτι υπάρχουν άνθρωποι που πάντα θα τους περιμένουμε στη ζωή μας. Κι εγώ του είχα πει... πως δεν θα περιμένω κανέναν... Πόσο δυνατός ήμουν τότε... Πόσο αδύναμος τώρα... Πόσο τον καταλαβαίνω τώρα... Πόσο δίκιο είχε... Πόσο θα περιμένω ακόμα... Όσο χρειαστεί... ακόμα κι αν δεν χρειαζόταν.

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

Λατρεύω τους τοίχους σου.

Άλλο ένα ραντεβού σήμερα... Μαζί σου. Πάλι μαζί. Δεν ξέρω πόσο θα το αντέξω ακόμα. Το γοητευτικό του πράγματος, είναι οτι δεν με νοιάζει πόσο θα αντέξω ακόμα. Κάποια στιγμή είχες μιλήσει για τοίχους που ορθώνουμε κι οι δυο. Τότε σου το είχα υποσχεθεί. Θα οδηγήσω μέχρι το τέλος. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει οτι θα τσακιστώ πάνω στον τοίχο σου, με το κοντέρ κολλημένο στα 200! Τις κρατάω εγώ τις υποσχέσεις μου. Μέχρι το τέλος λοιπόν θα οδηγήσω. Μέχρι κανείς από τους δυο μας να μην πάει στο ραντεβού...

Πότε εδώ, πότε εκεί... πάντα μαζί

Όταν ήμουν μικρός... είχα πολλούς φίλους. Παιδάκι ευτραφές, με μεγάλη την ανάγκη επιβεβαίωσης. Όχι μεγάλη... Τεράστια! Πήρα τα χρόνια στο κατόπι... Έκανα κι άλλους φίλους. Άφησα πίσω μερικούς παλιούς. Πήγα γυμνάσιο, λύκειο, πανεπιστήμιο... Φίλοι κι άλλοι, πολλοί. Πηγαίναμε μαζί για καφέ. Βλέπαμε ταινίες. Ακούγαμε μουσική. Λύναμε τα θέματα των μαθηματικών. Ανταλλάσαμε σκονάκια κάτω από τα θρανία. Ονειροπολούσαμε για τις ζωές μας. Τις προγραμματίζαμε αισιόδοξα... Παράλληλα... Κι ο Θεός γέλαγε με μας... Κι εμείς γελάγαμε μαζί του... Πάντα γελάγαμε... Γελάγαμε μαζί πάντα με τους φίλους μου. Σαν να ήταν σκηνοθετημένο. Σαν τα ψηφιακά χειροκροτήματα που βάζουν στις ηχοληψίες... Είναι πάντα συγχρονισμένα. Πάντα! Κοιμόμασταν ο ένας στο σπίτι του άλλου. Χαιρόμασταν. Τσακωνόμασταν. Περνούσα καλά με τους φίλους μου.

Μέσα σε όλη αυτή την πορεία υπήρξε και ένας άνθρωπος που μαζί του έκανα κι άλλα πράγματα. Νομίζαμε οτι φτάναμε μέχρι το τέλος κι όμως τελικά... πηγαίναμε και πιο πέρα. Μαζί, δεν γελάγαμε μόνο. Κλαίγαμε συχνά. Δεν πίναμε καφέ μαζί... ο καφές έπινε τις συζητήσεις μας. Δεν βλέπαμε μόνο τις ταινίες. Τις ζούσαμε κιόλας... στη ζωή μας. Πάντα σε συμπρωταγωνιστικούς ρόλους. Δεν ακούγαμε μόνο τη μουσική... την ρουφάγαμε μαζί. Δεν λύσαμε ποτέ προβλήματα μαθηματικών μαζί... βλέπαμε μαζί άλλα προβλήματα... Τα βλέπαμε κατάματα. Μπορεί να μην τα λύναμε, αλλά ξέραμε οτι θα τα αντιμετωπίσουμε μαζί. Δεν ανταλλάξαμε ποτέ σκονάκια κάτω από τα θρανία... δίναμε λευκό το διαγώνισμα μαζί. Δεν ονειροπολούσαμε τις ζωές μας μαζί... σχεδιάζαμε τη ζωή μας κοινή. Πολλές φορές απαισιόδοξα... αλλά ήμασταν μαζί. Κοιμόμασταν μαζί... ακόμα και σε σπίτια χωριστά. Λυπόμασταν. Αλλά εγώ περνούσα καλά μαζί με τον φίλο μου... Γιατί ήμασταν μαζί...

Συνεχίζω να παίρνω τα χρόνια στο κατόπι. Χαίρομαι, λυπάμαι, γελάω, κλαίω, ακούω, κουφαίνομαι, βλέπω, τυφλώνομαι. Ταξιδεύω, τρέχω, παίζω, πέφτω, σηκώνομαι. Είσαι δίπλα... σ' ακούω, κι ας μην σε βλέπω πάντα. Σιωπή. Μην κλαις. Μην κλαις τώρα. Δεν είναι η ώρα. Σε λίγο... θα κλάψουμε μαζί. Μπράβο. Κι αυτό το ξέρεις?... Ξεκάθαρα! Σκούπισε τα μάτια σου... ασ' το... θα τα σκουπίσω εγώ. Όχι πάλι το ίδιο τραγούδι. Αφού ξέρεις οτι θέλω να τ' ακούσω... Άντε καλά... Βάλ' το! Το κάνεις εσύ... Χμμμ... Αλκοόλ... Αλκοολικός! Μην πίνεις άλλο! Πεινάς? Ξέρω τι σκέφτεσαι. Το σκέφτηκα κι εγώ. Θες να πάμε μαζί? Θα οδηγήσω εγώ... και ξέρεις οτι θα πάμε γρήγορα. Φεύγουμε? Ναι μαζί φεύγουμε. Αγκαλιά. Αγκάλιασέ με. Μείνε μαζί μου. Αφού το ξέρεις οτι θα μείνω. Θα μου στρίψεις ένα? Πάλι? Πάλι! Κάνει κρύο. Κι εγώ κρυώνω. Δεν μπορείς... φοβάσαι. Ναι! Φοβάμαι... Δεν πειράζει. Κι εγώ! Πήγαινε το κουνέλι στο μπαλκόνι... και φέρε τον "ελέφαντα"! Πήγε 4:00? Πότε πήγε? Τώρα... Μετά... Και πιο μετά... κι ακόμα πιο μετά, μαζί θα είμαστε... Κι αυτό είναι αρκετό.

Μπορεί να μην κατάλαβαν... αλλά εσύ κατάλαβες...

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Κοίτα εγώ, αν μου επιτρέπεις... δεν είμαι μόνο, αυτό που βλέπεις

Όταν ήμουν μικρός, δύο ήταν τα δρώμενα που απολάμβανα περισσότερο από όλα στη ζωή μου. Τις Κυριακάτικες ιστορίες της γιαγιάς μου και... το τσίρκο! Το τσίρκο!!! Κάθε φορά που πήγαινα στο τσίρκο χανόμουν... Περιπλανούσα τις σκέψεις μου στα παρασκήνια που ποτέ δεν είχα δει. Στις συζητήσεις των ακροβατών, των θηριοδαμαστών, των κλόουν... ακόμα και των ζώων. Ναι πίστευα πως και τα ζώα μιλάνε μεταξύ τους. Αργότερα συνειδητοποίησα πως δεν το κάνουν... και πιο αργά, πως το κάνουν κι αυτά με τον δικό τους τρόπο. Άκουγα τις φωνές των μικρών χορευτριών, τα γέλια των ταχυδακτυλουργών που συναγωνίζονταν σε μια κούρσα δημιουργίας εντυπώσεων με τα κόλπα τους. Όλα αυτά, μέχρι το τελευταίο γκονγκ. Εκεί σώπαινα εγώ, σώπαινε και το μυαλό μου. Ρουφούσα κάθε κίνηση, κάθε συντελεστή, αυτού του άλλοτε αστείου και άλλοτε ριψοκίνδυνου θιάσου, μέχρι την τελευταία γουλιά. Κι όταν όλο αυτό έφτανε στο τέλος, ποτέ δεν ήθελα να φύγω. Ήθελα να περιμένω στις κερκίδες. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως έπρεπε να αποχωριστώ το ζεστό χέρι της μαμάς μου... Εγώ ήθελα να περιμένω στις κερκίδες. Σκεφτόμουν πως αν έμενα εκεί μόνος μου, θα είχα πολλές πιθανότητες να συναντήσω έναν από όλους αυτούς τους θιασώτες. Ήμουν πεπεισμένος πως κάποιος θα έβγαινε για να μαζέψει τα πεσμένα μαντήλια των ταχυδακτυλουργών ή τα γκέμια των αλόγων από το πάτωμα... και ήξερα πως σαν μικρό, γλυκό παιδάκι ήμουν παρατηρήσιμος, τόσο για να του τραβήξω την απαραίτητη προσοχή και να μου πιάσει την κουβέντα. Ποτέ δεν κατάφερα να πείσω την μητέρα μου οτι είμαι αρκετά μεγάλος για να μείνω εκεί και να γυρίσω μόνος μου στο σπίτι... Με το δίκιο της βέβαια... Ήμουν 7 χρονών!!!

Κάποια φορά λοιπόν, κι ενώ είχε τελειώσει το πρόγραμμα, εκστασιασμένος από οτι είχε προηγηθεί, βάδιζα προς την έξοδο. Λίγο πριν φτάσω σε αυτήν, είδα μια εικόνα που με σημαδεύει μέχρι σήμερα. Από την χαραμάδα μιας κουρτίνας αντίκρισα έναν ελέφαντα. Ήταν ένα πλάσμα τεράστιο. Πολύ μεγαλύτερο εμού... αλλά και πολύ μεγαλύτερο της μαμάς μου... Αυτά ήταν τα κριτήρια μου για το μέγεθος τότε!!! Αυτό το τεράστιο πλάσμα λοιπόν, ήταν δεμένο σε έναν πάσαλο, ίσα με το μπόι μου. Ίσως και λίγο πιο κοντό από εμένα. Αμέσως αναρωτήθηκα. "Μα καλά, αυτός ο ελέφαντας είναι χαζός? Δεν βλέπει οτι μπορεί με μια του κίνηση, να ξεριζώσει τον πάσαλο και να ελευθερωθεί?". Πρέπει να πω, πως δεν με βασάνισε το ερώτημα ιδιαίτερα... Που να 'ξερα πως θα το βρω μπροστά μου αργότερα...?

Μερικά χρόνια αργότερα, και ενώ περιέγραφα την εικόνα αυτή σε έναν φίλο που πολύ εκτιμώ... ήρθε η απάντηση. "Φίλε μου, είναι πολύ λογικό. Προφανώς ο συγκεκριμένος ελέφαντας ήταν μεγαλωμένος μέσα σε αυτό το πλανόδιο σκηνικό. Ενόσω λοιπόν ήταν μικρός είχε κάνει σίγουρα την απόπειρα να ελευθερωθεί από τον πάσαλο. Με μια μικρή διαφορά όμως. Ο πάσαλος τότε, ήταν ίσος, εκτός από το δικός σου μπόι, και με το δικό του! Έκανε λοιπόν μια φορά την απόπειρα, δυό φορές την απόπειρα, τρεις φορές... είδε οτι δεν τα καταφέρνει. Από τότε δεν προσπάθησε ξανά. Εντυπώθηκε στο κεφάλι του μια μόνιμη αδυναμία να υπερνικήσει τον πάσαλο."

Κι ήταν αλήθεια... Αυτό το επιβλητικό πλάσμα, αυτό το θηρίο της φύσης, δεν χρειαζόταν παρά τρεις προσπάθειες για να πείσει και τον ίδιο του τον εαυτό οτι είναι αδύναμο να υπερνικήσει έναν πάσαλο ίσα με το μπόι ενός 7χρονου παιδιού...

Πόσες φορές έχουμε νιώσει κι εμείς αυτή την αδυναμία? Όλοι! Πόσες φορές προσπαθήσαμε να υπερνικήσουμε τους φόβους μας και να δράσουμε? Λίγες! Κι όμως... ήταν αρκετές για να αποτελέσουν άλλοθι στην μονιμότητα της ατολμίας μας... Ήταν αρκετές για να μας καθηλώσουν στην μονιμότητα των λάθος επιλογών μας. Σε καταστάσεις που μόνο επώδυνες και ψυχοφθόρες ήταν. Κι εμείς, άχνα να μην βγάζουμε... Ένα ηχηρό "σώπα" μόνο μέσα στο μυαλό μας... Και ο αντίλαλος του, για μέρες και μήνες μετά, να αντηχεί στα έγκατα του ταπεινού μυαλού μας. Κι εμείς να παίζουμε παιχνίδια που δεν μας αρέσουν. Παιχνίδια που δεν μας αρκούν. Να ερμηνεύουμε ρόλους που δεν μας πάνε... Κόντρα ρόλους. Και συγχρόνως να θωπεύουμε τα ώττα μας, με μια μεγάλη δόση επιείκιας για τον εαυτό μας. Να τον βεβαιώνουμε πως κάνουμε τις σωστές κινήσεις. Πως μόνο αυτός είναι ο δρόμος. Πως δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο. Κάτι καλύτερο. Πως έτσι όπως τα κάναμε... έτσι θα τα συνεχίσουμε. Και ποτέ... δεν τελειώσαμε οτι αρχίσαμε...

Εδώ δεν τα κατάφερε ένα θεριό...! Θα τα καταφέρουμε εμείς?

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

"Καλησπέρα... Είμαι ο...",



"Καλησπέρα... Είμαι ο...", αυτό ήταν το πρώτο μάθημα... Το πρώτο μάθημα στο σχολείο, το πρώτο μάθημα στο σπίτι, το πρώτο μάθημα στο φροντιστήριο... Μου φάνηκε αστείο όταν το πρωτοάκουσα... Προχθές... Στο σεμινάριο... Πρώτο σεμινάριο υποκριτικής... "Τι ηλίθιο" σκέφτηκα... "Πόσο εύκολο μπορεί να είναι το να βγεις στη σκηνή και να συστηθείς στο κοινό σου"... Πόσο λάθος έκανα. Πήρα την βαθιά ανάσα μου και ετοιμάστηκα να κάνω αυτό που μου έδειξαν. Κι εκεί που ήμουν έτοιμος να κάνω το πρώτο βήμα πάνω στη σκηνή... ένιωσα τα πόδια μου βαριά. Καρφωμένα στο ξεφτισμένο σανίδι της κουίντας! Η βαθιά ανάσα κρατημένη. Κλειδωμένη μέσα στα πνευμόνια μου. Μετά από λίγο θέλησα να την αφήσω... Να εκπνεύσω... Αδύνατο... Είχα μείνει καρφωμένος και ανήμπορος να αναπνεύσω. Είχα ήδη ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο ήμουν εκεί. Δεν ήξερα καν ποιος είμαι. Αν θυμόμουν τελικά να συστηθώ, ήταν σίγουρο οτι θα ξέχναγα το όνομά μου... Σε μερικά δευτερόλεπτα - μπορεί και να ήταν αρκετά - κατάφερα να κουνήσω το δεξί μου πόδι. Κατάφερα να κάνω το πρώτο βήμα. Τα υπόλοιπα βήματα έγιναν πιο εύκολα. Έφτασα στο μέσο της σκηνής. Η ανάσα ακόμα κρατημένη. Ήταν η ώρα να εκπνεύσω. Γιατί μου το επέβαλε το ένστικτο αυτοσυντήρησής μου - Η άλλη του λύση θα ήταν να λυποθυμήσω - και γιατί έπρεπε πλέον να μιλήσω. Είκοσι ζευγάρια μάτια ήταν καρφωμένα πάνω μου... Ένιωθα την πίεση ασφυκτική. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει στους κροτάφους μου. Και ξαφνικά ξεκλειδώνει το διάφραγμά μου... Ο αέρας βγαίνει βίαια... Προσπαθώ αντανακλαστικά να δώσω σχήμα στις φωνητικές μου χορδές και στα χείλη μου, για να μην πάει χαμμένος όλος αυτός ο αέρας... Προλαβαίνω να τελειώσω την φράση μου πριν σωθεί... και λέω με την πιο άχρωμη, απρόσωπη, βιασμένη χροιά μου... "Καλησπέρα... Είμαι ο..." και κατέβηκα κάτω.

Ακολούθησαν κι άλλοι μετά από εμένα... Οι περισσότεροι από αυτούς άργησαν να βγουν σαν κι εμένα... Οι υπόλοιποι απλά δεν τα κατάφεραν. Όσοι πέρασαν την δοκιμασία καθίσανε στην κερκίδα εξουθενωμένοι. Χλωμοί. Όλοι ξέραμε πόσο δύσκολο ήταν πλέον. Κανείς δεν το συζήτησε. Ήταν σαν μια σιωπηρή συμφωνία. Κανείς δεν ήθελε να συζητήσει την στιγμή αυτή... Εκεί... Ένα βήμα πριν από την σκηνή... Ένα βήμα πριν από την κοινή θέα...

Γύρισα στο σπίτι με τα πόδια. Σκεφτόμουν σε όλη τη διαδρομή αυτά τα δευτερόλεπτα. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως κάτι που μας μαθαίνουν τόσα χρόνια να κάνουμε, ήταν τόσο δύσκολο πλέον... Περπατώντας σκεπτικός στην Πατησίων δεν είδα πως το φανάρι των πεζών ήταν κόκκινο. Πέρασα... Ο ήχος των φρένων του επερχόμενου αυτοκινήτου με έβγαλε απότομα από τις σκέψεις μου... Έστρεψα το κεφάλι μου και είδα έναν εξοργισμένο κύριο, κατακόκκινο από τον θυμό του, να βγάζει το κεφάλι του από το παράθυρο. Με την περίεργη φωνή του και την κακή του άρθρωση, είπε δυνατά... "Που πας ρε κύριος... Ποιός νομίζεις πως είσαι?... Εεεε... Ποιός είσαι?... Ποιος?"... Χαμογέλασα αμήχανα... Με προσπέρασε. Πάτησε με μανία το γκάζι και έφυγε. Είχε ήδη απομακρυνθεί 100 μέτρα, κι εγώ ακόμα μέσα στη μέση του δρόμου, παρακολουθούσα αποσβολωμένος την κίνηση του αυτοκινήτου του. Κάποια στιγμή, έστριψε σε ένα φανάρι και χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο. Κι εκεί κατάλαβα...

Κατάλαβα... Αποδέχθηκα... Ένιωσα... Ναι! Η πιο δύσκολη ανακοίνωση ενός ενήλικου ανθρώπου. Ο αυτοπροσδιορισμός του... Η σύστασή του, στο "κοινό" του. Τρεις λέξεις όλες κι όλες... Τρεις λέξεις και χάνεις τη σειρά. Τρεις λέξεις και εξουθενώνεσαι. Τρεις λέξεις και ασφυκτιάς. Αδυνατείς να συστηθείς. Τρεις λέξεις και τα πόδια τρέμουν. Το πιο απλό, το πιο δεδομένο, πράγμα στον κόσμο ήταν πλέον και το πιο δύσκολο...

Έφτασα σπίτι και έπεσα για ύπνο... Πριν κλείσω τα μάτια μου, πήρα πάλι την βαθιά ανάσα μου... την κράτησα για λίγο και ψιθύρησα... "Καλησπέρα... Είμαι..."... Με πήρε ο ύπνος πριν τελειώσω τη φράση μου...